Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από την ημέρα κατά την οποία ο Συνήγορος του Πολίτη στηλίτευσε, μέσω της ετήσιας έκθεσης των πεπραγμένων του για το 2025, την πρακτική των εισαγγελικών εντολών για εξέταση ανηλίκων παιδιών από τις υπηρεσίες των γενικών νοσοκομείων του ΕΣΥ της χώρας μας.
Αυτή η πρακτική οδηγεί, ως επί το πλείστον, σε μακροχρόνιες “φιλοξενίες” εγκαταλελειμμένων ή/και κακοποιημένων παιδιών σε κλινικές των νοσοκομείων του ΕΣΥ, με ό,τι αυτό συνεπάγεται και για την εύρυθμη λειτουργία των ιδρυμάτων, αλλά, κυρίως, και για τον ψυχισμό των εν λόγω παιδιών, και στο θέμα παρεμβαίνουν σήμερα η Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρείας (ΕΨΕ) και η Παιδοψυχιατρική Εταιρεία Ελλάδας.
Η ανακοίνωση
Συγκεκριμένα, στη σχετική ανακοίνωσή της, οι δύο Εταιρείες αναφέρουν τα εξής:
“Η σοβαρή έλλειψη κοινωνικών δομών αντιμετωπίζεται εδώ και χρόνια ευκαιριακά με την εύκολη επιλογή τοποθέτησης παιδιών, με εισαγγελική εντολή, σε Γενικά Νοσοκομεία. Η λύση της νοσηλείας αυτής, αν και θεωρείται πρόσκαιρη, μετατρέπεται πολύ συχνά σε μακροχρόνια, συχνά τραυματική, παραμονή πολλών μηνών. Το πρόσχημα είναι η παιδιατρική και η παιδοψυχιατρική αξιολόγηση, οι οποίες όμως ούτως ή άλλως μπορούν να γίνουν και σε εξωτερική βάση”.
Σύμφωνα πάντα με τις δύο Εταιρείες, “το Νοσοκομείο είναι πρωταρχικά χώρος ιατρικής φροντίδας και δεν οφείλει ούτε μπορεί, να μετασχηματίζεται σε χώρο φιλοξενίας και φύλαξης παιδιών για κοινωνικούς σκοπούς . Εκτός από τους προφανείς βιολογικούς κινδύνους, την μειωμένη προσωπική ασφάλεια και τον αυξημένο κίνδυνο ατυχημάτων, τα παιδιά αυτά εκτίθενται σε πολλαπλούς συναισθηματικούς κινδύνους που προκύπτουν από τα ασαφή μηνύματα σχετικά με το μέλλον τους, την έλλειψη προοπτικής, την εναλλαγή προσώπων φροντίδας, την αιφνίδια ένταξη σ’ ένα ανοίκειο περιβάλλον και την επανάληψη τραυματικών συμπεριφορών, χωρίς δυνατότητα οριοθέτησης. Οι συμπεριφορές αυτές είναι ιδιαίτερα συχνές σε παιδιά με ανεπαρκές κοινωνικό ή οικογενειακό περιβάλλον και είναι αδύνατον να αντιμετωπισθούν στο πολύπλοκο περιβάλλον ενός Γενικού Νοσοκομείου”.
“Δυστυχώς”, συνεχίζει η ανακοίνωση της ΕΨΕ και των παιδοψυχιάτρων, “αντί να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα της μακροχρόνιας διαμονής δεκάδων παιδιών στα παιδιατρικά νοσοκομεία, η εισαγγελική παρέμβαση για νοσηλεία σε νοσοκομείο για κοινωνικούς λόγους επεκτάθηκε και σε εφήβους 16-18 ετών να νοσηλεύονται χωρίς ιατρική ή ψυχιατρική ένδειξη σε γενικά νοσοκομεία ενηλίκων”.
Έτσι, η ΕΨΕ και οι παιδοψυχίατροι θεωρούν ως επιβεβλημένη “την άμεση αλλαγή αυτής της αδιέξοδης πορείας με την ανάπτυξη του ολοκληρωμένου δικτύου των Κοινωνικών Υπηρεσιών και τη διασύνδεση τους με Κοινοτικές Υπηρεσίες Παιδιατρικής και Παιδοψυχιατρικής φροντίδας. Την άμεση πρόσβαση των παιδιών και των εφήβων σε Κοινωνικές Υπηρεσίες , χωρίς απαραίτητα την προηγούμενη νοσηλεία τους σε Παιδιατρικά Νοσοκομεία και την ολοκλήρωση των αναγκαίων Διαγνωστικών Παιδιατρικών και Παιδοψυχιατρικών Αξιολογήσεων σε εξωτερική βάση”.
Μάλιστα, οι δύο Εταιρείες διευκρινίζουν ότι “η τοποθέτηση ενός παιδιού σε πλαίσιο Κοινωνικής φροντίδας πρέπει να προτείνεται μόνο σε ειδικές περιπτώσεις και όχι μαζικά, αφού αποτύχουν όλες οι προσπάθειες διατήρησης των δεσμών φροντίδας μέσα σε μια οικογένεια, συμπεριλαμβανομένης της υποστήριξης της οικογένειας αυτής από Κοινοτικές Παιδοψυχιατρικές Υπηρεσίες. Σε αδιέξοδες καταστάσεις υποστήριξης του άμεσου οικογενειακού πλαισίου, μπορεί να ενισχυθεί ο θεσμός των ανάδοχων οικογενειών άμεσης φροντίδας, καθώς και η παραμονή 2-4 παιδιών σε διαμερίσματα φιλοξενίας. Ιδιαίτερη έμφαση οφείλει να δίδεται σε προγράμματα πρόληψης φαινομένων ενδοοικογενειακής βίας ή παραμέλησης. Ουσιαστικά το παραπάνω θέμα επιβάλλει τον ανασχεδιασμό και την ρεαλιστική υλοποίηση ενός προγράμματος πραγματικής παιδικής προστασίας με μοναδικό γνώμονα τα δικαιώματα των παιδιών και των εφήβων και την ενίσχυση των κοινωνικών δομών και των υπηρεσιών ψυχικής υγείας παιδιών/εφήβων/οικογένειας”.