Στους πάγους της Ανταρκτικής, σε ένα περιβάλλον όπου οι συνθήκες δεν επιτρέπουν περιθώρια για λάθη, καταγράφηκε για πρώτη φορά οργανωμένη ελληνική παρουσία σε καταδυτική επιστημονική αποστολή.
Η θαλάσσια βιολόγος του Ελληνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ), Ελένη Κυτίνου, και η ωκεανογράφος του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ), Διονυσία Ρηγάτου, περιγράφουν στο iefimerida το αντικείμενο της αποστολής τους πριν από μερικές εβδομάδες στην Ανταρκτική. «Ο σκοπός της αποστολής ήταν να γίνει καταγραφή της δομής και λειτουργίας του παράκτιου τροφικού πλέγματος από τους πρωτογενείς παραγωγούς (π.χ., φυτοπλακτόν, μακροφύκη) μέχρι τους ανώτερους θηρευτές (π.χ., φώκιες).
Η μεθοδολογία συμπεριελάμβανε συνδυασμό επιστημονικών καταδύσεων, υποβρύχιου τηλεκατευθυνόμενου οχήματος (ROV), ωκεανογραφικών οργάνων και δορυφορικών μετρήσεων. Η χρήση συνδυαστικών μεθόδων μας επέτρεψε τη συλλογή ποσοτικών δεδομένων πολλών τροφικών επιπέδων του τροφικού πλέγματος αλλά και τη συλλογή δεδομένων από σημαντικές περιβαλλοντικές παραμέτρους. Μέσω υποβρύχιας βιντεοσκόπησης, καταγράφηκαν πολύ ενδιαφέρουσες βιοκοινωνίες μακροφυκών και ασπονδύλων, μεγάλης βιομάζας. Για την εξαγωγή αναλυτικών συμπερασμάτων πρέπει να προηγηθεί η επεξεργασία των υποβρύχιων εικόνων και βίντεο αλλά και η ανάλυση των δειγμάτων που συλλέξαμε, τα οποία αναμένεται να φτάσουν στην Ελλάδα τέλη Απριλίου του 2026», λένε οι δυο ερευνήτριες.
Τα πρώτα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί χαρακτηρίζονται ιδιαίτερα σημαντικά, καθώς προέρχονται από μια περιοχή όπου τα επιστημονικά δεδομένα παραμένουν περιορισμένα. Όπως επισημαίνουν οι δύο ερευνήτριες: «Η συγκεκριμένη αποστολή ήταν πολύ σημαντική για την επιστημονική κοινότητα καθώς πρόκειται για σπάνια βιολογικά δεδομένα στην περιοχή μελέτης. Τα αποτελέσματα αναμένεται να βελτιώσουν την κατανόησή μας για την ποσοτική δομή του τροφικού πλέγματος και να ανιχνεύσουν πιθανή επίδραση ανθρωπογενών πιέσεων και κλιματικών μεταβολών στη δομή και λειτουργία του ευαίσθητου οικοσυστήματος της Ανταρκτικής».
17 ημέρες στην Ανταρκτική: Επιστημονική αποστολή στο Νησί Livingston
Η αποστολή διήρκεσε συνολικά 17 ημέρες, με τις ερευνήτριες να επιχειρούν τόσο από το βουλγαρικό ερευνητικό πλοίο όσο και από τη βάση στο νησί Livingston, καλύπτοντας διαφορετικές περιοχές της Ανταρκτικής. «Η παραμονή μας στην Ανταρκτική διήρκησε συνολικά 17 μέρες, κατά τις οποίες δουλέψαμε κυρίως από το βουλγαρικό πλοίο "St. St. Cyril and Methodius" αλλά και από την βουλγαρική βάση “St. Kliment Ohridski” που βρίσκεται στο νησί Livingston. Σε αυτό το διάστημα, διανύσαμε μεγάλες αποστάσεις και είχαμε την ευκαιρία να μελετήσουμε το υποθαλάσσιο οικοσύστημα διαφορετικών νησιών του συμπλέγματος South Shetland Islands αλλά και περιοχή της ηπειρωτικής ακτογραμμής κοντά στην ερευνητική βάση Esperanza».
Οι δυσκολίες της καθημερινότητας ήταν συνεχείς και συχνά απρόβλεπτες, επηρεάζοντας ακόμη και βασικές λειτουργίες στη βάση. «Υπήρχαν καθημερινές δυσκολίες που σχετίζονται με τον καιρό, για παράδειγμα μετά από μια περίοδο παρατεταμένου κρύου είχαν παγώσει οι σωλήνες τροφοδοσίας νερού στη βάση με αποτέλεσμα να υπάρχει πολύ περιορισμένη διαθεσιμότητα μόνο για την κάλυψη βασικών αναγκών. Επίσης, αν και ήμασταν ήδη προετοιμασμένες, οι συνθήκες των επιστημονικών καταδύσεων ήταν αρκετά απαιτητικές καθώς το κρύο τόσο μέσα στο νερό όσο και έξω περιόριζε πολύ τον χρόνο παραμονής υποβρυχίως. Επιπλέον, ήταν αρκετά απαιτητική η οργάνωση και ο συνδυασμός όλων των ερευνητικών δραστηριοτήτων από τις διαφορετικές ερευνητικές ομάδες που βρίσκονταν ταυτόχρονα στο πλοίο και στη βάση. Οι εργαζόμενοι του πλοίου και του Bulgarian Antarctic Institute (BAI) έκαναν εντατικές προσπάθειες για να υποστηρίξουν τις ερευνητικές δραστηριότητες με κάθε δυνατό τρόπο και ανάμεσα στους επιστήμονες υπήρχε κλίμα αλληλοβοήθειας και συνεργασίας».
Η επιστημονική σημασία της Ανταρκτικής
Παράλληλα, οι ίδιες υπογραμμίζουν τη σημασία της Ανταρκτικής σε παγκόσμιο επίπεδο και την ανάγκη ενίσχυσης της επιστημονικής παρουσίας: «Η Ανταρκτική παρουσιάζει μεγάλο ερευνητικό ενδιαφέρον καθώς είναι μια κρίσιμη περιοχή για την κατανόηση της κλιματικής αλλαγής, της βιοποικιλότητας, των γεωλογικών διεργασιών και των παγκόσμιων ωκεάνιων ρευμάτων. Ταυτόχρονα φιλοξενεί πολύτιμες βιοκοινωνίες που επιβιώνουν και τρέφονται αποκλειστικά σε αυτό το οικοσύστημα, μακριά από ορισμένες έντονες ανθρωπογενείς επιδράσεις».
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στις προοπτικές συμμετοχής της Ελλάδας σε αντίστοιχες αποστολές στο μέλλον: «Η Ελλάδα θα μπορούσε, σε αρχικό επίπεδο, να συνεργαστεί συστηματικά με κάποιες από τις υπάρχουσες ερευνητικές βάσεις άλλων χωρών ούτως ώστε να συλλέξει διαχρονικά πολύτιμα δεδομένα για την περιοχή. Αυτή τη στιγμή υπάρχει ήδη εγκατεστημένος μεγάλος αριθμός ερευνητικών βάσεων στην Ανταρκτική που ρυπαίνουν σε ένα βαθμό το οικοσύστημα. Ταυτόχρονα αναπτύσσεται ραγδαία η τουριστική βιομηχανία, πριν προλάβουν οι επιστήμονες να χαρτογραφήσουν τα ευαίσθητα ενδιαιτήματα πάνω στα οποία αγκυροβολούν μεγάλα κρουαζιερόπλοια. Απαιτείται, πρωτίστως, αποδοτική συνεργασία μεταξύ των χωρών ούτως ώστε να μπορέσει πολύ άμεσα να χαρτογραφηθεί και στη συνέχεια να διατηρηθεί αυτό το πολύτιμο οικοσύστημα, η εύρυθμη λειτουργία του οποίου είναι στενά συνυφασμένη με την εύρυθμη λειτουργία όλων των οικοσυστημάτων».
Επιστήμη των ωκεανών: Από την Ελλάδα στον κόσμο
Η επαγγελματική διαδρομή των δύο επιστημόνων περιλαμβάνει ήδη σημαντική διεθνή εμπειρία. Όπως αναφέρει η θαλάσσια βιολόγος του ΕΛΚΕΘΕ, Ελένη Κυτίνου: «Έχω συμμετάσχει σε πέντε ακόμα ερευνητικές αποστολές εκτός Ελλάδας που είναι οι Νήσοι Φώκλαντ και νησί της Ανάληψης στον Ατλαντικό, οι Νήσοι Σέτλαντ (Βόρεια Θάλασσα), το Παλάου στον Ειρηνικό Ωκεανό στη Σαουδική Αραβία (Ερυθρά Θάλασσα), στη Μάλτα και σε πάνω από 30 ερευνητικές αποστολές εντός Ελλάδας σε προστατευόμενες περιοχές όπως η Γυάρος, απομακρυσμένες νησίδες αλλά και κοντά σε αστικές περιοχές όπου παρακολουθούμε την ποιότητα των υδάτων. Ο σκοπός συνήθως περιλαμβάνει μελέτη της βιοποικιλότητας, εκτίμηση του παράκτιου τροφικού πλέγματος και εκτίμηση της οικολογικής κατάστασης περιοχών που επηρεάζονται από ανθρωπογενείς δραστηριότητες». Από την πλευρά της, η ωκεανογράφος του ΕΚΠΑ, Διονυσία Ρηγάτου, σημειώνει: «Έχω συμμετάσχει σε 4μηνη ερευνητική αποστολή διάπλου του Ειρηνικού Ωκεανού από Χιλή σε Παλάου που διοργανώθηκε από το πανεπιστήμιο του Bergen με σκοπό τη συλλογή ωκεανογραφικών δεδομένων για την προώθηση των στόχων των Ηνωμένων Εθνών για τη βιώσιμη ανάπτυξη (UN Sustainable Development Goals). Επίσης, έχω ολοκληρώσει 3μηνο ερευνητικό ταξίδι στη Σαουδική Αραβία στο πλαίσιο συνεργασίας με το πανεπιστήμιο του KAUST για τη μελέτη των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στη βάση της θαλάσσιας τροφικής αλυσίδας (φυτοπλαγκτόν) στην Ερυθρά Θάλασσα και τον Ινδικό Ωκεανό».
Η Ελλάδα αφήνει το αποτύπωμά της στην Ανταρκτική
Και οι δύο, παρά την εμπειρία τους, παραδέχονται ότι η Ανταρκτική αποτελεί κάτι ξεχωριστό μια πρόκληση που δοκιμάζει όχι μόνο τις επιστημονικές γνώσεις, αλλά και την αντοχή. Όσο για το μέλλον, οι αποστολές συνεχίζονται. Η κα Κυτίνου ετοιμάζεται ήδη για την επόμενη έρευνα στη νήσο Δοκό και τον Αργολικό Κόλπο, ενώ η κα Ρηγάτου σχεδιάζει την επιστροφή της στη Σαουδική Αραβία «όταν οι γεωπολιτικές συνθήκες το επιτρέψουν».
Πίσω από την επιτυχία της αποστολής βρίσκεται και η συμβολή σημαντικών φορέων. Η Ελληνική Εταιρεία Πολικών Ζωνών έπαιξε καθοριστικό ρόλο στον συντονισμό, ενώ το Bulgarian Antarctic Institute παρείχε την απαραίτητη υποστήριξη και φιλοξενία. «Χωρίς τη συμβολή και τη φιλοξενία τους δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί η αποστολή», αναγνωρίζουν. Η υποστήριξη του ιδιωτικού τομέα ήταν επίσης κρίσιμη, και όπως αναφέρουν «"Η εδραίωση της στρατηγικής και η υλοποίηση των ερευνητικών προγραμμάτων της περιόδου 2024-2026 συνδέονται άμεσα με τη στήριξη του βασικού χορηγού Laskaridis Shipping Co Ltd., ενώ καθοριστική υπήρξε και η συμβολή των Aqualized Dive Adventures, GARMIN HELLAS και APOSTOLIDIS ACTION, που συνέβαλαν στην πρακτική υλοποίηση μιας αποστολής που φέρει πλέον και ελληνική υπογραφή στους πάγους της Ανταρκτικής».