Η ιστορία του γιατρού Πέτρου Πατού δεν είναι απλώς μια επαγγελματική αφήγηση. Είναι η διαδρομή μιας ολόκληρης γενιάς επιστημόνων.
Μια διαδρομή γιατρών που εκπαιδεύτηκαν με κόπο στην Ελλάδα και το εξωτερικό, δοκιμάστηκαν στα χρόνια της κρίσης και τελικά βρέθηκαν μπροστά στο δίλημμα να παραμείνουν στη χώρα, να μεταναστεύσουν ή να επιστρέψουν.
Όπως επισημαίνει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο Πέτρος Πατός, «η πορεία μέχρι να γίνω ειδικός γαστρεντερολόγος διήρκεσε σχεδόν είκοσι χρόνια. Σπουδές στην Ιταλία, αναμονές, αγροτικό, ειδικότητα, στρατιωτική θητεία. Ήμουν νέος και γέρασα μέχρι να πάρω τον τίτλο. Όμως εκείνη την εποχή πιστεύαμε ότι η επένδυση αυτή θα ανταμειφθεί».
Από τις σπουδές στην Ιταλία στη δύσκολη ελληνική πραγματικότητα
Η ακαδημαϊκή του διαδρομή ξεκίνησε στο Sapienza Università di Roma και συνεχίστηκε με ειδίκευση στο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο «Μεταξά». Όταν το 2012 απέκτησε τον τίτλο της Γαστρεντερολογίας, η Ελλάδα βρισκόταν στην κορύφωση της οικονομικής κρίσης. Ο ίδιος περιγράφει εκείνη την περίοδο ως καθοριστική και, όπως λέει, «ξεκίνησα το ελεύθερο επάγγελμα μέσα στη χειρότερη οικονομική συγκυρία, με δύο μικρά παιδιά και στεγαστικό δάνειο από το 2006, οι απολαβές δεν επαρκούσαν για να δημιουργήσουν αίσθημα ασφάλειας, η ιατρική ήταν λειτούργημα, αλλά η πραγματικότητα ήταν αμείλικτη».
Η μετάβαση στη φαρμακοβιομηχανία και η διεθνής εμπειρία
Έπειτα από δύο χρόνια έντονης οικονομικής πίεσης, πήρε μια απόφαση που για πολλούς γιατρούς θεωρείται ριζική, εγκατέλειψε το ιδιωτικό ιατρείο και μετακινήθηκε στη φαρμακευτική βιομηχανία. Η πρώτη του θέση ήταν στη Bristol Myers Squibb, ενώ το 2017 ανέλαβε ιατρικός διευθυντής στη Genesis Pharma με ευθύνη για πολλές χώρες της περιοχής.
Η επαγγελματική του εξέλιξη τον έφερε σε επαφή με το διεθνές περιβάλλον και τελικά, με την Ελβετία. Το 2020 αποδέχθηκε πρόταση της Incyte για τον ρόλο του ιατρικού διευθυντή Ευρώπης με έδρα τη Λωζάνη.
«Η Ελβετία αποτελεί τη Μέκκα της φαρμακοβιομηχανίας στην Ευρώπη. Οι επαγγελματικές προοπτικές, οι απολαβές και το οργανωμένο περιβάλλον εργασίας ήταν εξαιρετικά. Η φορολογία ήταν σαφώς χαμηλότερη σε σχέση με την Ελλάδα και υπήρχε αίσθηση ανταποδοτικότητας», σημειώνει.
Όπως διευκρινίζει, «κατά τη διάρκεια της εργασίας μου στην Ελλάδα, η σύγκριση μικτών και καθαρών απολαβών προκαλούσε έντονο προβληματισμό και απογοήτευση. Φορολογικά ποσοστά της τάξης του 45% στον μισθό και άνω του 60% στο ετήσιο bonus ήταν εξαιρετικά επιβαρυντικά, ιδίως όταν τα ανταποδοτικά οφέλη προς τον φορολογούμενο δεν ήταν εμφανή».
Ωστόσο, η οικογένειά του παρέμεινε στην Ελλάδα. Οι συχνές μετακινήσεις και η φυσική απόσταση άρχισαν σταδιακά να βαραίνουν. «Καμία επαγγελματική επιτυχία δεν μπορεί να υποκαταστήσει την καθημερινή παρουσία στην οικογένεια. Τα χρόνια περνούσαν και ένιωθα ότι χάνω στιγμές που δεν επιστρέφουν».
Η απόφαση του επαναπατρισμού
Έπειτα από πέντε χρόνια στην Ελβετία, άρχισε να εξετάζει σοβαρά την επιστροφή. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η φορολογική ρύθμιση του άρθρου 5Γ του Ν. 4172/2013 για επαναπατριζόμενους επαγγελματίες. Η ευκαιρία προέκυψε εκ νέου από την Bristol Myers Squibb, αυτή τη φορά για νεοσύστατη θέση ιατρικού διευθυντή στην Ελλάδα.
«Όταν αξιολόγησα τα δεδομένα, οικονομική πρόταση, ειδικό φορολογικό καθεστώς, κόστος ζωής και ποιότητα καθημερινότητας, διαπίστωσα ότι η επιστροφή δεν ήταν απλώς συναισθηματική επιλογή. Ήταν μια βιώσιμη, ώριμη απόφαση», σημειώνει.
Η τελική επιλογή είχε σαφές κριτήριο, «το σημαντικότερο ήταν η επανένωση με την οικογένεια, χωρίς να θυσιάζεται η επαγγελματική αξιοπρέπεια και η οικονομική σταθερότητα. Δεν ήθελα να επιστρέψω με όρους υποχώρησης, αλλά με όρους ισορροπίας».
Από το Brain Drain στο Brain Regain
Έξι μήνες μετά την επιστροφή του, δηλώνει δικαιωμένος, καθώς «σήμερα αισθάνομαι ότι πέτυχα μια ισορροπία που για χρόνια αναζητούσα, επαγγελματική ικανοποίηση, ανταγωνιστικές απολαβές, θετικό περιβάλλον και κυρίως καθημερινή παρουσία στο σπίτι. Αυτό δεν αποτιμάται μόνο οικονομικά».
Η ιστορία του Πέτρου Πατού, αποτελεί παράδειγμα μιας σταδιακής μετάβασης από το Brain Drain στο Brain Regain.
Όπως υπογραμμίζει, «η Ελλάδα δεν μπορεί να μιλά για ανάπτυξη χωρίς να επενδύει στο ανθρώπινο κεφάλαιό της. Τα κίνητρα επαναπατρισμού είναι ένα ουσιαστικό βήμα. Αν συνδυαστούν με σταθερότητα και αξιοκρατία, πολλοί Έλληνες του εξωτερικού θα εξετάσουν σοβαρά την επιστροφή».
«Οι περισσότεροι που έφυγαν, δεν έφυγαν από επιλογή πολυτέλειας. Έφυγαν από ανάγκη. Αν οι συνθήκες γίνουν πραγματικά ανταγωνιστικές, η επιστροφή δεν είναι απλώς πιθανή, είναι φυσική εξέλιξη», καταλήγει.
Η περίπτωση του Πέτρου Πατού είναι ένα «ζωντανό παράδειγμα» ότι το Brain Regain δεν αποτελεί θεωρητικό στόχο, αλλά ρεαλιστική προοπτική όταν συντρέχουν οι κατάλληλες συνθήκες.
ΑΠΕ-ΜΠΕ