H δαπάνη της Ελλάδας για τόκους θα μειωθεί τα επόμενα χρόνια, παρά την αύξηση του κόστους δανεισμού διεθνώς αναφέρει το DBRS.
Aυτό τα γίνει λόγω των ευνοϊκών οικονομικών και δημοσιονομικών εξελίξεων που θα συνεχίσουν να μειώνουν το δημόσιο χρέος της ως ποσοστό του ΑΕΠ, σύμφωνα με ανάλυση του οίκου πιστοληπτικής αξιολόγησης DBRS.
Τι έδειξε για την Ελλάδα η ανάλυση του DBRS
Ο οίκος εξέτασε τον αντίκτυπο από την αύξηση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων στη δαπάνη για τόκους και στον δείκτη χρέους 9 χωρών της Ευρωζώνης -Αυστρίας, Βελγίου, Γαλλίας, Γερμανίας, Ελλάδας, Ιταλίας, Ολλανδίας, Πορτογαλίας και Ισπανίας- έως το 2030, με την παραδοχή ότι τα επιτόκια θα παραμείνουν στα τρέχοντα επίπεδα για το υπόλοιπο της δεκαετίας και ότι το κόστος χρηματοδότησης τα επόμενα χρόνια θα είναι αντίστοιχο με τη μέση απόδοση των 10ετών κρατικών ομολόγων κατά το πρώτο 7μηνο του 2026.
Από την ανάλυσή του προκύπτει ότι η Ελλάδα είναι η μόνη από τις 9 χώρες, στην οποία η δαπάνη για τόκους θα είναι το 2030 χαμηλότερη από το 2025 κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ αναμένεται να αυξηθεί στη Γαλλία (κατά 0,9 π.μ.), το Βέλγιο (0,6 π.μ.), στη Γερμανία (0,4 π.μ.), στην Αυστρία και την Ολλανδία (0,3 π.μ.) και την Ισπανία και την Πορτογαλία (0,1 π.μ.).
Ο DBRS σημειώνει ότι η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πορτογαλία είναι οι τρεις χώρες που επηρεάζονται λιγότερο, καθώς οι αρνητικές επιπτώσεις από το υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης αντισταθμίζονται από την προσδοκία ότι η ισχυρή οικονομική ανάπτυξη και τα πρωτογενή πλεονάσματα θα συμβάλουν στη συνεχή μείωση των δεικτών δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ μεταξύ 2025 και 2030, η οποία μειώνει το υπόλοιπο του χρέους που τελικά θα πρέπει να αναχρηματοδοτηθεί με υψηλότερα επιτόκια.
Η δυναμική του δημόσιου χρέους στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία και την Ελλάδα επωφελείται από πιο ευνοϊκές διαφορές μεταξύ επιτοκίων και ρυθμού ανάπτυξης, λόγω των συγκριτικά ισχυρών προοπτικών οικονομικής ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια. «Το ΔΝΤ προβλέπει ότι ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ σε αυτές τις τρεις χώρες θα ανέλθει κατά μέσο όρο στο 4,4% μεταξύ 2026», σημειώνει ο DBRS.
Όσον αφορά στα αίτια της αύξησης των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων από το 2022, ο οίκος σημειώνει ότι αυτή φαίνεται να οφείλεται σε μια μετατόπιση της ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζήτησης στις παγκόσμιες αγορές κρατικών τίτλων καθώς και στα υψηλότερα επασφάλιστρα κινδύνου λόγω των αυξανόμενων ανησυχιών των επενδυτών σχετικά με τις δημοσιονομικές προοπτικές σε ορισμένες χώρες.
«Η προσφορά κρατικών ομολόγων έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, καθώς αρκετές μεγάλες ανεπτυγμένες οικονομίες παρουσιάζουν μεγάλα ελλείμματα και χρειάζονται αναχρηματοδότηση για τα υψηλότερα αποθέματα δημόσιου χρέους, ενώ παράλληλα έχει αυξηθεί και η έκδοση εταιρικών ομολόγων, η οποία, με τη σειρά της, ενδέχεται να περιορίσει τη ζήτηση των επενδυτών για κρατικά ομόλογα», αναφέρει ο οίκος.
Επιπλέον, προσθέτει, η ζήτηση για μακροπρόθεσμα κρατικά ομόλογα έχει αποδυναμωθεί λόγω της σταδιακής κατάργησης των αγορών ομολόγων από τις κεντρικές τράπεζες (ποσοτική σύσφιξη) και των ρυθμιστικών αλλαγών σε συνταξιοδοτικά ταμεία (π.χ. μετάβαση από συνταξιοδοτικά συστήματα καθορισμένων παροχών σε συστήματα καθορισμένων εισφορών).
«Καθώς είναι απίθανο να αντιστραφεί αυτή η δυναμική προσφοράς και ζήτησης μεσοπρόθεσμα, αναμένουμε ότι το κόστος χρηματοδότησης του δημοσίου θα παραμείνει υψηλότερο για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα», σημειώνει ο DBRS.
ΑΠΕ-ΜΠΕ