Με αφορμή τη νέα έκδοση από το Ίδρυμα «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής» και τις Εκδόσεις Πατάκη με τίτλο «Η Μετάβαση στην Γ' Ελληνική Δημοκρατία», το iefimerida εξασφάλισε και δημοσιεύει αποκλειστικό απόσπασμα από το βιβλίο.
Τα κείμενα του τόμου βασίζονται στις εισηγήσεις έγκριτων επιστημόνων από την Ελλάδα και το εξωτερικό, που παρουσιάστηκαν στο διεθνές συνέδριο που διοργάνωσε το Ίδρυμα «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής» με θέμα «50 Χρόνια από τη Μετάβαση στη Δημοκρατία: Η Δημοκρατία στην Εποχή μας». Την επιστημονική επιμέλεια της έκδοσης υπογράφουν ο Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος και ο Ιωάννης Χάλκος, ενώ τον τόμο προλογίζει ο Αχιλλέας Καραμανλής.
Aκολουθεί το απόσπασμα:
«Η μετάβαση από τη δικτατορία των συνταγματαρχών στην Γ´ Ελληνική Δημοκρατία έχει καθιερωθεί στη διεθνή βιβλιογραφία ως ένα απολύτως επιτυχές παράδειγμα. Η ελληνική περίπτωση ξεχωρίζει όχι μόνο για τους αριστοτεχνικούς χειρισμούς της μετάβασης (transition) στη δημοκρατία αλλά και για την επιτυχημένη και ταχεία εδραίωση (consolidation) των δημοκρατικών θεσμών. Ξεχωρίζει επίσης, γιατί οι δημοκρατικοί θεσμοί της Γ´ Ελληνικής Δημοκρατίας αποδείχθηκαν ανθεκτικοί σε βαθιές κρίσεις, όπως η πρόσφατη οικονομική κρίση. Επίτευγμα μοναδικό για μια χώρα που η νεότερη πολιτική ιστορία της, από τη σύσταση του ελληνικού κράτους μέχρι το 1974, ήταν κατάστικτη από κινήματα, δικτατορίες, πραξικοπήματα, πολιτειακές κρίσεις και εμφυλίους. Η ρήξη με αυτό το ιστορικό παρελθόν και η εδραίωση ενός σύγχρονου δυτικοευρωπαϊκού δημοκρατικού πολιτεύματος είναι η μεγάλη τομή και η κορωνίδα του μεταπολιτευτικού εγχειρήματος.
[…] Η εδραίωση της Δημοκρατίας, η οριστική επίλυση του πολιτειακού και η είσοδος της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελούν τα μοναδικά επιτεύγματα του μεταπολιτευτικού εγχειρήματος. Γιατί, ουσιαστικά, κλείνουν τις πληγές του Εθνικού Διχασμού και του Εμφυλίου και οδηγούν σε έναν νέο ενάρετο ιστορικό κύκλο. H ενσωμάτωση και σταθεροποίηση της Ελλάδας εντός της Δύσης –μια κατάκτηση που δεν θα αμφισβητηθεί τελικά ούτε από τις αντιδυτικές δυνάμεις που έρχονταν τότε στο προσκήνιο– κλείνει έναν παράλληλο κύκλο αμφισβήτησης και διαμάχης γύρω από τον εξωτερικό προσανατολισμό της χώρας. Ας μην ξεχνάμε ότι και ο Εθνικός Διχασμός αλλά και ο Εμφύλιος –δηλαδή οι δύο βασικές διαιρετικές τομές του 20ού αιώνα– άπτονταν άμεσα και ουσιωδώς της διεθνούς θέσης της χώρας. Μετά το επίτευγμα της εθνικής ολοκλήρωσης, που ήταν το διακύβευμα της πρώτης εκατονταετίας του νεότερου ελληνικού κράτους, ο Καραμανλής αντιμετώπισε αποτελεσματικά το διακύβευμα της δεύτερης εκατονταετίας, που ήταν τριπλό: Πρώτον, την οικονομική ανάπτυξη και την έξοδο από τη φτώχεια. Δεύτερον, την εδραίωση της ανεξαρτησίας και τη διασφάλιση της εδαφικής κυριαρχίας. Και τρίτον, την εδραίωση των δημοκρατικών θεσμών, τον θεσμικό και πολιτικό εκσυγχρονισμό.
Η επίτευξη των στόχων αυτών, που ήταν η αταλάντευτη πολιτική επιδίωξη του Καραμανλή, ολοκληρώθηκε με τη μετάβαση στη δημοκρατία και στην Ενωμένη Ευρώπη. Και τα επιτεύγματα αυτά –χωρίς εξωραϊσμούς, ούτε όμως με μια αναντίστοιχη προς την ιστορική σπουδαιότητά τους δήθεν «αξιολογική μετριοπάθεια»– εξηγούν γιατί ο Καραμανλής έχει εξασφαλίσει περίοπτη θέση στην Ιστορία».