Συναγερμός έχει σημάνει μετά τα κρούσματα αφθώδους πυρετού σε φάρμα στη Λέσβο.
Τα κρούσματα εντοπίστηκαν σε φάρμα και το υπουργείο έχει ήδη λάβει μέτρα
«Πιο επικίνδυνος ακόμη και από την ευλογιά των αιγοπροβάτων είναι ο αφθώδης πυρετός, κυρίως εξαιτίας του γεγονότος ότι η διάδοσή του έχει τη δυνατότητα να μολύνει πολλά είδη ζώων, συγκεκριμένα περισσότερα από 70 είδη, πολλά από τα οποία στηρίζουν την κτηνοτροφία στη χώρα μας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ευρωστία της αγροτικής οικονομίας στην Ελλάδα. Δεν χρειάζεται πανικός, αλλά πλήρης , έγκυρη και επιστημονική ενημέρωση».
Αυτά δηλώνει σήμερα στο iefimerida.gr ο καθηγητής και διευθυντής Μικροβιολογίας και Λοιμωδών Νοσημάτων του Τμήματος Κτηνιατρικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), Σπύρος Κρήτας, ο οποίος παρακολουθεί με ανησυχία, αλλά και με ορθολογισμό, το φαινόμενο.
Την ίδια στιγμή, εξάλλου, αξίζει να σημειωθεί, επειδή είναι περισσότερο από εύλογο το σχετικό ερώτημα, ότι ο ιός του αφθώδη πυρετού μπορεί να προσβάλει ακόμη και τον άνθρωπο, γεγονός το οποίο, όμως είναι εξαιρετικά σπάνιο, εάν λάβουμε υπόψη τον αριθμό των ανθρώπων που έρχονται καθημερινά σε επαφή με μολυσμένα ζώα ανά τον κόσμο.
Στον άνθρωπο παρουσιάζονται επώδυνες φυσαλίδες στα χέρια, στα πόδια και στο στόμα, οι οποίες υποχωρούν μετά από δύο εβδομάδες.
Σε κάθε περίπτωση, δεν πρέπει να γίνεται σύγχυση με το νόσημα του ανθρώπου, το οποίο είναι γνωστό και ως Hand, Foot and Mouth disease, και οφείλεται στον ιό Coxsackie του γένους Enterovirus. Πρόκειται για εντελώς διαφορετικούς ιούς.
Ποια είναι η «ταυτότητα» της νόσου
Ο Αφθώδης Πυρετός, ΑΠ (Foot and Mouth Disease, FMD) αποτελεί ιογενές νόσημα οξείας εμφάνισης και υψίστης μεταδοτικότητας των δίχηλων ζώων, μεταξύ αυτών τα βοοειδή, τα πρόβατα, οι αίγες και οι χοίροι.
Το νόσημα χαρακτηρίζεται από τον σχηματισμό φυσαλίδων, διαβρώσεων και ελκών εσωτερικά του στόματος, στη μύτη, στις θηλές και στα άκρα. Το ποσοστό θνησιμότητας στα ενήλικα ζώα είναι χαμηλό, σε αντίθεση με τα νεαρά που χαρακτηρίζεται υψηλό.
Αποτελεί νόσημα με σοβαρές, άμεσες και έμμεσες οικονομικές επιπτώσεις λόγω της μείωσης της παραγωγικότητας, της θνησιμότητας, των περιορισμών στο εμπόριο ζώντων ζώων και προϊόντων και του υψηλού κόστους εφαρμογής των μέτρων ελέγχου και εκρίζωσης του νοσήματος (κτηνιατρικές υπηρεσίες, θανατώσεις, αποζημιώσεις, εποπτεία).
Πρόκειται για νόσημα υποχρεωτικής δήλωσης και η έγκαιρη ενημέρωση των κτηνιατρικών αρχών σε περίπτωση υποψίας εκτός από νομική υποχρέωση (Νόμος 4235/2014 ΦΕΚ Α32, ΒΔ26/3/1936 ΦΕΚ Α174, ΠΔ133/1992 ΦΕΚ Α66), συμβάλλει στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπισή του.
Τα μέτρα για την αντιμετώπιση του νοσήματος προβλέπονται στο ΠΔ32/2007 (ΦΕΚ 830/2007) που εναρμονίζει την Οδηγία 2003/85, σύμφωνα με το οποίο απαιτείται η ενεργοποίηση του σχεδίου εκτάκτου ανάγκης της Απόφασης 258618/17-3-2008 (ΦΕΚ Β 451/2008).