1. Key points
Το βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Αίγυπτος είναι ότι κατά την περίοδο της απολυταρχίας, η οποία ως γνωστόν ξεκίνησε πολύ πριν από τον Μουμπάρακ, από την ανάληψη της εξουσίας από το Κίνημα των ελεύθερων αξιωματικών και τον Νάσερ το 1952, εξάλειψε κάθε μορφή κοσμικής αντιπολίτευσης και όπως αποδείχθηκε στην πορεία και συμπολίτευσης, δεδομένου ότι :
- ουσιαστικά δεν υπήρχαν πολιτικά κόμματα, παρά μόνο τύποις, και επιπλέον
- δεν αναπτύχθηκε ποτέ η «κοινωνία των πολιτών» (civil society), στους κόλπους της οποίας θα μπορούσαν να αναπτυχθούν ως αντιστάθμισμα διάφορα κινήματα και κινήσεις πολιτών (κοινωνικές, πολιτικές, κ.λ.π.).
Αυτό είχε σαν συνέπεια να μην υπάρχουν σήμερα πειστικές εναλλακτικές προτάσεις διακυβέρνησης, όσον αφορά τις κοσμικές λύσεις, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, όπως έδειξε και στις εκλογικές αναμετρήσεις που ακολούθησαν την πτώση του καθεστώτος Μουμπάρακ, δεν εμπιστεύεται τις υποψηφιότητες που υποβλήθηκαν, θεωρώντας αυτές είτε αποκομμένες από την αιγυπτιακή πραγματικότητα ή επιβληθείσες από τη Δύση σαν λύση ανάγκης (περίπτωση Mohamed al-Baradei), είτε ακόμη γιατί οι ίδιοι, έστω και αν έχαιραν ευρείας απήχησης στην κοινωνία, δεν κατάφεραν να πείσουν τον αιγυπτιακό λαό ότι θα μπορούσαν να καταστούν μια πραγματικά αξιόπιστη λύση (περίπτωση Ayman Nur, πρόεδρου του κόμματος al-Ghad / αύριο)
2. Οι Ισλαμιστές
Οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι, παρότι στην αρχή της εξέγερσης κατά του καθεστώτος Μουμπάρακ τήρησαν μια επιφυλλακτική στάση και δεν έπαιξαν όσο σημαντικό ρόλο αναμενόταν φοβούμενοι προφανώς ότι θα τους χρεωθεί με αρνητικό τρόπο. Έτσι, ανέμεναν τις εξελίξεις και μετά από μια περιστασιακή «συμμαχία» με τον Mohamed al-Baradei, που σκοπό είχε τη διαπραγμάτευση με την τότε κυβέρνηση για την ομαλή μετάβαση του καθεστώτος, μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες, ανέλαβαν τη διακυβέρνηση της χώρας εκμεταλλευόμενοι το αίτημα του λαού για ριζικές αλλαγές στη δομή του πολιτικού συστήματος αλλά και το κενό εξουσίας που υπήρχε.
Τα ηγετικά στελέχη της Γκαμαάτ Ισλαμίγια που παραμένουν στην Αίγυπτο έχουν αποκηρύξει επίσημα την βία και παίζουν μικρό ρόλο στην πολιτική ή ακόμη και στην θρησκευτική ζωή της χώρας. Όσοι δεν συμφωνούσαν και βρίσκονταν εκτός Αιγύπτου, εντάχθηκαν στις δομές της Αλ Κάιντα.
Το ίδιο συνέβη και με την Ισλαμική Τζιχάντ (Ayman al-Zawahiri), η οποία είχε εξαρθρωθεί πλήρως εντός της Αιγύπτου.
Τέλος, υπάρχουν σαλαφιστικοί πυρήνες, εμπνεόμενοι από την τζιχαντιστική ιδεολογία της Αλ Κάιντα, οι οποίοι έχουν δράσει σε διάφορες περιπτώσεις (Τάμπα, Ντάχαμπ, Σαρμ ελ-Σέιχ, κλπ), αλλά δεν θα πρέπει να θεωρούμε ότι είναι σε θέση να εντάξουν στις τάξεις τους μεγάλο αριθμό μελών ή η δράση τους να έχει αντίκτυπο στην πολιτική κατάσταση.
3. Δύο χρόνια μετά την πτώση του Χόσνι Μουμπάρακ, η Αίγυπτος εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με μια βαθιά πολιτική κρίση και πολιτική αναταραχή.
Η απόπειρα του ισλαμιστή προέδρου Μοχάμεντ Μόρσι να επικυρώσει εσπευσμένα τον περασμένο Δεκέμβριο το Σύνταγμα, που χαρακτηρίζεται ως αμφιλεγόμενο, πυροδότησε ένα νέο κύμα διαδηλώσεων από πλευράς αντιπολίτευσης, επιβαρύνοντας παράλληλα ακόμη περισσότερο την οικονομία της χώρας.
Παρότι τελικά εγκρίθηκε με δημοψήφισμα, το Σύνταγμα εξακολουθεί να αποτελεί «κόκκινο πανί» από τους υποστηρικτές του κοσμικού κράτους και άλλους φιλελεύθερους, οι οποίοι το καταγγέλλουν για ελλιπή προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, για χορήγηση προνομίων και υπερεξουσιών στον πρόεδρο, και για διατήρηση της εξουσίας του στρατιωτικού κατεστημένου.
Χαρακτηριστική είναι η καταδίκη από τη Διεθνή Αμνηστία της αδράνειας της αιγυπτιακής δικαιοσύνης, όπου μεταξύ άλλων τονίζεται ότι «εξασφαλίζοντας ότι οι δράστες παραμένουν ατιμώρητοι, ο πρόεδρος Μόρσι κάνει ελάχιστα να αποστασιοποιηθεί από δεκαετίες κατάχρησης εξουσίας».
Μετά την ευφορία της επανάστασης, οι Αιγύπτιοι βρέθηκαν απογοητευμένοι από τους ισλαμιστές που ψήφισαν. Κατηγορούν τον πρόεδρο Μοχάμεντ Μόρσι ότι απέτυχε να εκπληρώσει τους στόχους της επανάστασης που ήταν, ψωμί, ελευθερία και κοινωνική δικαιοσύνη, αμφισβητώντας επιπλέον ευθέως την εξουσία του ανώτατου πνευματικού ηγέτη των Αδελφών Μουσουλμάνων, από τους οποίους προέρχεται και ο πρόεδρος της χώρας.
Οι αντίπαλοί του, καταλογίζουν στον Μόρσι, ότι στην μέχρι τώρα εξάμηνη θητεία του, δεν έχει καταφέρει να γίνει ένας ενωτικός Πρόεδρος όλων των Αιγυπτίων.
4. Γενικά, κανείς δεν ξέρει τι κατεύθυνση θα ακολουθήσουν τα γεγονότα. Το πολιτικό πρόβλημα της χώρας δε θα λυθεί εύκολα, ούτε σύντομα, και για μια μακρά ακόμη περίοδο η κατάσταση θα είναι μεταβατική.
Τα όποια κυβερνητικά σχήματα προκύψουν στην πορεία δεν είναι σίγουρο ότι θα αντέξουν για πολύ καθώς, ακόμη και με τις καλύτερες προϋποθέσεις, είναι πολύ δύσκολο να καλυφθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα το δημοκρατικό έλλειμμα που υπάρχει στην κοινωνία.
Την εποχή του Μουμπάρακ οι μηχανισμοί ασφαλείας ήταν παντού. Μετά την ανατροπή του, η αστυνομία εξαφανίστηκε από τους δρόμους. Ανώτατοι αξιωματικοί της αστυνομίας δεν κρύβουν, άλλωστε, την αντιπάθειά τους προς τη νέα κυβέρνηση των Αδελφών Μουσουλμάνων.
Το 40% του πληθυσμού ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. Οι άνθρωποι αυτοί δεν μπορούν να αντέξουν τις αυξήσεις των τιμών. Μέχρι τώρα το κράτος επιδοτεί το ψωμί και τα καύσιμα, αλλά τα περιθώρια αντοχής του κράτους έχουν στενέψει. Η οικονομική και νομισματική κρίση που διέρχεται η Αίγυπτος προκαλεί κοινωνικές εκρήξεις. Κανείς δεν είναι σε θέση να γνωρίζει πού θα καταλήξουν τα πράγματα.
Εκπρόσωποι των Αδελφών Μουσουλμάνων καταλογίζουν στην αντιπολίτευση ότι τροφοδοτεί τη βία, ενώ τα κόμματα της αντιπολίτευσης από την πλευρά τους θεωρούν τον πρόεδρο Μούρσι και την κυβέρνησή του βασικούς υπεύθυνους για την έξαρση της βίας.
Το μεγάλο ερώτημα είναι αν θα καταφέρει τελικά κάποιος να εκμεταλλευτεί τη δυναμική της αυθόρμητης εξέγερσης της κοινωνίας προ διετίας, η οποία ας μην ξεχνάμε πως ξέσπασε χωρίς την προτροπή κάποιου ηγέτη, οργάνωσης ή ομάδας, αλλά που όπως φαίνεται θα οδηγήσει τελικά σε αλλαγή σκηνικού.
Β΄Ιστορική αναδρομή του Ισλαμισμού στην Αίγυπτο από τη δεκαετία του 1970 μέχρι σήμερα
1. Ο αιφνίδιος θάνατος του Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ λίγα χρόνια μετά την ήττα στον πόλεμο των έξι ημερών, οδήγησε στην εξουσία τον Άνουαρ Σαντάτ, ο οποίος παρά τις περί του αντιθέτου βεβαιώσεις, αποφάσισε να απαγκιστρώσει τη χώρα από την πολιτική του προκατόχου του.
Στην προσπάθειά του να μειώσει την επιρροή που ασκούσαν στην κυβέρνηση οι Σοβιετικοί σύμβουλοι και οι Αιγύπτιοι κομμουνιστές, ευνόησε αρχικά την ανάπτυξη πολιτικού λόγου από τις διάφορες ομάδες του Ισλαμικού κινήματος, με προεξέχουσα αυτή των Αδελφών Μουσουλμάνων.
Ταυτόχρονα, η επανέκδοση περιοδικών και εφημερίδων που είχαν απαγορευθεί από τη λογοκρισία και η αναζωπύρωση του θρησκευτικού αισθήματος στο ρεύμα των φοιτητών, με τη δημιουργία της οργάνωσης Γκαμαάτ Ισλαμίγια, είχε πράγματι ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη ενός κλίματος αντίδρασης κατά του Κομμουνισμού, το οποίο τελικά έθεσε τους υποστηρικτές του στο περιθώριο.
Παράλληλα, ο Σαντάτ θα κηρύξει ένα αιφνιδιαστικό πόλεμο στο Ισραήλ (1973), που θα οδηγήσει στην ανάκτηση της πλούσιας σε κοιτάσματα πετρελαίου χερσονήσου του Σινά, αλλά και την αποκατάσταση του αισθήματος υπερηφάνειας του Αιγυπτιακού λαού.
2. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 ωστόσο, το κλίμα στην Αιγυπτιακή κοινωνία θα μεταστραφεί, προκαλώντας την απόσυρση της εμπιστοσύνης που έδειξε μέχρι τότε ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας στο πρόσωπο του προέδρου. Αιτία ήταν η αλλαγή της πολιτικής του προέδρου, τόσο στο εσωτερικό της χώρας, όσο και στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής.
Αποφασισμένος να κόψει οριστικά τους δεσμούς του με το Νασερικό παρελθόν, ο Σαντάτ θα εισάγει την πολιτική της «Ινφιτάχ» (άνοιγμα) προσβλέποντας στην ενδυνάμωση των επενδύσεων στον ιδιωτικό τομέα και την ενίσχυση εν τέλει του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας. Οι παρενέργειες που προκάλεσε η σταδιακή απομάκρυνση από το σοσιαλιστικό μοντέλο έθεσαν τα ευάλωτα κοινωνικά στρώματα σε δεινή οικονομική θέση. Η όξυνση της ανισοκατανομής του εισοδήματος, οι πληθωριστικές πιέσεις και η σχετική μείωση των θέσεων εργασίας στο δημόσιο τομέα, προκάλεσαν την αντίδραση της κοινωνίας, η οποία σε πολλές περιπτώσεις καταγράφηκε με τη μορφή βίαιων διαδηλώσεων που χρειάστηκε να αντιμετωπιστούν με επίσης βίαιες κατασταλτικές μεθόδους (χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η «κρίση του ψωμιού», τον Ιανουάριο του 1977)
Την ένταση στους κόλπους της κοινωνίας εκμεταλλεύτηκαν με επιδέξιο τρόπο οι διάφορες θρησκευτικές οργανώσεις, οι οποίες κήρυτταν την έλευση της κοινωνικής δικαιοσύνης με την εφαρμογή του Ισλαμικού προτύπου διακυβέρνησης και την αντικατάσταση του κοσμικού κράτους με θεσμούς που είχαν ως σημείο αναφοράς τη Σαρία. Η αναβίωση του θρησκευτικού αισθήματος στις μεγάλες μάζες του πληθυσμού αποτελούσε πλέον τη νέα πραγματικότητα της αιγυπτιακής κοινωνίας, η οποία αποτυπώθηκε με τη στροφή σε ένα πιο συντηρητικό, ισλαμοκεντρικό, τρόπο ζωής.
Η συζήτηση γύρω από τα μέσα και τις τακτικές που θα βοηθούσαν στη μετάβαση στο ισλαμικό παράδειγμα, αναδείχτηκε τότε, σε ένα από τα σημαντικότερα θέματα μέσα στους ισλαμικούς κύκλους. Η ηγεσία των Αδελφών Μουσουλμάνων, αν και είχε ανεβάσει την ένταση της αντιπαράθεσης με το καθεστώς, δεν ενέκρινε την ανάληψη της ένοπλης βίας, υπολογίζοντας σε μια παλλαϊκή εξέγερση, η οποία θα εξωθούσε τον κυβερνητικό μηχανισμό σε υποχώρηση. Διαφορετικές απόψεις εκφράστηκαν από πυρήνες που πίστευαν ότι η παραπάνω τακτική δε θα μπορούσε να είναι αποτελεσματική και ότι απλά έδινε τη δυνατότητα στο κράτος να εφαρμόσει περισσότερο καταπιεστικές μεθόδους απέναντι στο Ισλαμικό κίνημα, με σκοπό τον πλήρη έλεγχό του.
Το ήδη βεβαρημένο κλίμα στις σχέσεις μεταξύ των ισλαμιστών και της κυβέρνησης, φορτίζεται ακόμη περισσότερο μετά την απόφαση του Σαντάτ να επιχειρήσει την προσέγγιση με το Ισραήλ, η οποία θα καταλήξει στην υπογραφή των Συμφωνιών του Κάμπ Ντέιβιντ και την αναγνώριση του εβραϊκού κράτους. Η επίσκεψη του Αιγύπτιου προέδρου στα Ιεροσόλυμα το Νοέμβριο του 1977, θα δώσει το έναυσμα για την κήρυξη ενός πολυμέτωπου πολέμου από πλευράς των ισλαμιστών, ο οποίος επικυρώνεται και με την έκδοση fatwas (θρησκευτικά διατάγματα) από τους αρμόδιους γι' αυτό θρησκευτικούς λειτουργούς, ανάμεσα στους οποίους και ο πνευματικός ηγέτης της Γκαμαάτ Ισλαμίγια, Όμαρ Αμπντελ Ραχμάν (ο «τυφλός Σεΐχης»), ο οποίος μάλιστα φέρεται να εξέδωσε και τη fatwa που νομιμοποιούσε τη δολοφονία του Άνουαρ αλ-Σαντάτ.
Η ένταση θα φτάσει στην κορύφωσή της λίγα χρόνια αργότερα, με τη δολοφονία του Άνουαρ αλ-Σαντάτ από έναν πυρήνα της Αιγυπτιακής Ισλαμικής Τζιχάντ, ο οποίος είχε καταφέρει να στρατολογήσει άτομα των Αιγυπτιακών ενόπλων δυνάμεων για την εκτέλεση της επιχείρησης.
Η ελπίδα ωστόσο των εξτρεμιστών να καταλάβουν την εξουσία μέσα στη σύγχυση που δημιούργησε μια τέτοιου μεγέθους τρομοκρατική ενέργεια, δεν αποδείχτηκε βάσιμη, καθώς η αντίδραση των αρχών ασφαλείας και του στρατού υπήρξε άμεση, αποτρέποντας τη δεδομένη στιγμή, την εξάπλωση της τρομοκρατικής βίας. Η κρατική καταστολή οδήγησε στη διάλυση της Αιγυπτιακής Τζιχάντ, με τους βασικούς ηγέτες και τους πρωτεργάτες της δολοφονίας να οδηγούνται στο απόσπασμα και την πλειοψηφία των περιφερειακών στελεχών να φυλακίζονται ή να επιλέγουν την εξορία. Μεταξύ τους και ο Ayman al-Zawahiri, ο μετέπειτα Νο 2 της Αλ Κάιντα, μετά από σύντομη φυλάκισή του. Η περιπλάνησή τους θα τους οδηγήσει στο Αφγανιστάν όπου ένα νέο μέτωπο του Τζιχάντ, εναντίον ενός «Μακρινού Εχθρού» αυτή τη φορά, έχει ανοίξει.
3. Στην Αίγυπτο, η νίκη των κρατικών δυνάμεων θα είναι παροδική. Πολύ σύντομα οι Ισλαμιστές αναδιοργανώνονται και επανακτούν τις βάσεις τους στην κοινωνία. Η συστηματική εργασία τους στο πεδίο των κοινωνικών παροχών προς τα χαμηλά στρώματα, καλύπτει το κρατικό έλλειμμα που παρουσιάζεται στον τομέα αυτό και διευρύνει το λαϊκό έρεισμα.
Οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι, προτιμούν τη συμμετοχή τους στις πολιτικές διαδικασίες, συμμετέχοντας με ανεξάρτητους υποψηφίους στις εθνικές εκλογές του 1984 και 1987, για την ανάδειξη των μελών του κοινοβουλίου. Με αυτό τον τρόπο ευελπιστούν στην εκ των έσω επιρροή του πολιτικού συστήματος. Η νέα φιλοσοφία της οργάνωσης προκαλεί τη δυσπιστία των ηγετικών στελεχών της Γκαμαάτ Ισλαμίγια και της Αιγυπτακής Τζιχάντ, που έχουν πλέον αποφυλακιστεί ή βρίσκονται στο εξωτερικό.
Η Γκαμαάτ Ισλαμίγια, σε αντίθεση και με την Αιγυπτιακή Τζιχάντ, η οποία συνέχιζε να πιστεύει στην πραξικοπηματική κατάληψη της εξουσίας με τη δολοφονία κυβερνητικών παραγόντων και την εξουδετέρωση των νευραλγικών σημείων του κρατικού μηχανισμού, ακολούθησε μια πολυδιάστατη στρατηγική, συνδυάζοντας την εξάπλωση της da'wah (τη διάδοση του Μηνύματος του Ισλάμ), με την ανοιχτή στρατολόγηση στις τάξεις της και την κατάληψη εδαφικών περιοχών με τη δημιουργία de facto, αυτόνομων ζωνών. Με τον τρόπο αυτό, η οργάνωση προσπάθησε να επιβάλλει έναν ισλαμικό τρόπο ζωής στους κατοίκους στις περιοχές που είχε υπό τον έλεγχό της, χρησιμοποιώντας ενίοτε μεθόδους εκφοβισμού ή και τρομοκρατίας εναντίον όσων Μουσουλμάνων αδυνατούσαν να ακολουθήσουν τα κελεύσματα της Σαρία ή των Κοπτών που θεωρούνταν ούτως ή άλλως «άπιστοι» (επιρροή της Τακφίρι σκέψης).
Η τρομοκρατική βία επεκτάθηκε μετά το 1992 και εναντίον κρατικών λειτουργών ή ακαδημαϊκών που υποστήριζαν κοσμικές θέσεις, καταλήγοντας στη στοχοποίηση των δυτικών τουριστών που κατέκλυζαν τη χώρα. Τον Απρίλιο του 1996 στόχος της τυφλής βίας των τρομοκρατών της Γκαμαάτ Ισλαμίγια αποτέλεσε μια ομάδα Ελλήνων τουριστών, όταν τέσσερις τρομοκράτες άνοιξαν πυρ εναντίον τους, στην είσοδο του ξενοδοχείο όπου διέμεναν, σκοτώνοντας 18 άτομα και τραυματίζοντας σοβαρά άλλους επτά. Αν και το καλοκαίρι του 1997 τα ιστορικά στελέχη της οργάνωσης κήρυξαν την κατάπαυση του πυρός, ορισμένοι πυρήνες που ελέγχονταν από περισσότερο ριζοσπαστικά στοιχεία στο εξωτερικό, συνέχισαν την τρομοκρατική τους δράση, με αποκορύφωμα τη σφαγή 60 ατόμων –στη μεγάλη του πλειοψηφία τουρίστες- στο Λούξορ, το Νοέμβριο του 1997. Το γεγονός αυτό έδωσε και την αφορμή για την οργάνωση μιας ολικής κρατικής επιχείρησης εξάρθρωσης και των τελευταίων αυτόνομων επιχειρησιακών πυρήνων της Γκαμαάτ Ισλαμίγια στην Αίγυπτο. Η οργάνωση θα αποκηρύξει τη βία και θα προχωρήσει στην διάσημη «αναθεώρηση» των θέσεών της.
Πέντε χρόνια μετά την αναθεωρητική πρωτοβουλία των ηγετών της Γκαμαάτ Ισλαμίγια, η Αίγυπτος θα γνωρίσει ξανά ένα νέο κύμα jihadi επιθέσεων, αυτή τη φορά από ομάδες που έχουν επηρεαστεί από τη Salafi Jihadi ιδεολογία. Αρχικά, τον Οκτώβριο του 2004, μια σειρά από επιθέσεις θα πλήξουν τουριστικά θέρετρα που φιλοξενούσαν Ισραηλινούς τουρίστες στις περιοχές Taba και Ras al-Shaitan, στη χερσόνησο του Σινά, προκαλώντας το θάνατο 34 ατόμων. Θα ακολουθήσουν οι επιθέσεις εναντίον ξενοδοχείων στο Sharm el-Sheikh, τον Ιούλιο του 2005, ενώ λίγους μήνες αργότερα, τον Απρίλιο του 2006 στόχο θα αποτελέσει η πόλη Dahab, η οποία βρίσκεται στην νότιο-ανατολική ακτή της χερσονήσου του Σινά. Οι επιθέσεις θα αποδοθούν σε ένα τοπικό jihadi δίκτυο, αποτελούμενο από αυτόχθονες Βεδουίνους, οι οποίοι λαμβάνουν βοήθεια και λογιστική υποστήριξη από ξένους μαχητές. Την ευθύνη για τις επιθέσεις ανέλαβε μια πρωτοεμφανιζόμενη οργάνωση με το όνομα "Tawhid wa-Jihad fi-Misr" (Μονοθεϊσμός και Jihad στην Αίγυπτο) αφήνοντας σαφώς να εννοηθεί η σχέση της με τις υπόλοιπες ομάδες του δικτύου της Αλ Κάιντα.
Η ραγδαία ριζοσπαστικοποίηση των γηγενών κατοίκων της χερσονήσου του Σινά, λειτούργησε ως συναγερμός για τις Αιγυπτιακές αρχές, αναγκάζοντάς τις να ενσκήψουν με μεγαλύτερη σοβαρότητα στα προβλήματα και τις αιτίες που οδηγούν τον τοπικό πληθυσμό στην ανάληψη τρομοκρατικής δράσης. Παράλληλα, η εξέλιξη αυτή κατέδειξε την ικανότητα των Salafi Jihadi τρομοκρατών, να εκμεταλλεύονται την αποξένωση των τοπικών κοινωνιών από την κεντρική εξουσία, για την προώθηση του εξτρεμιστικού σκοπού τους.