fbpx Όχι άλλο Μητσοτάκη και Σημίτη! Όχι άλλο... κάρβουνο!   | ΠΟΛΙΤΙΚΗ | iefimerida.gr
ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Όχι άλλο Μητσοτάκη και Σημίτη! Όχι άλλο... κάρβουνο!  

29|05|2012 | 19:05

«Oh, no, not you again!» είναι ο τίτλος ενός τραγουδιού που έγραψαν οι Rolling Stones πριν από επτά χρόνια. Ομολογώ ότι το κομμάτι «επισκέπτεται» το νου μου κάθε φορά που προβαίνει σε μια ακόμη «βαρυσήμαντη παρέμβαση» κάποιος από τους παλιούς πρωθυπουργούς, τους ...μεγάλους μέντορες σημερινών «αστέρων» της κεντροδεξιάς και κεντροαριστεράς.

Ε, κατά τις τελευταίες ημέρες ο Κώστας Μητσοτάκης κι ο Κώστας Σημίτης φρόντισαν να επαναφέρουν στο νου μου αυτό το συγκεκριμένο τυπικό ροκ «δωδεκάμετρο».

Κωνσταντίνος Μητσοτάκης: Προτού διαβάσεις ή ακούσεις μια δήλωσή του, μπορείς να μαντέψεις τι έχει να πει, με συντελεστή ... ασφαλούς πρόβλεψης από 75% έως 99%... Στον «πυρήνα» της σφαίρας των ασφαλέστατων προβλέψεων βρίσκεται η νοσταλγική αναφορά του Επίτιμου στην τριετία 1990- 93.

Ξέρεις πως οτιδήποτε κι αν συμβαίνει στην Ελλάδα, την Ευρώπη, τον πλανήτη ή τον γαλαξία, εκείνος δεν θα παραλείψει να προσθέσει το «αμήν» στην ... προσευχή: Να υπενθυμίσει ότι η περίοδος της δικής του διακυβέρνησης υπήρξε όαση δημοσιονομικής σύνεσης μέσα σε μια τριακοντατετία σπατάλης, μεγέθυνσης των ελλειμμάτων και του χρέους.

Ας μιλήσουν λοιπόν οι αριθμοί...

Είναι όμως έτσι; Ας ρίξουμε μια ματιά στην εξέλιξη των σχετικών μεγεθών, όπως καταγράφονται στη μελέτη την οποία δημοσιοποίησε το 1998 το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας (την εκπόνησε η υπηρεσιακός διεθυντής Γιάννης Σιδηρόπουλος).

Το δημόσιο χρέος η κυβέρνηση Μητσοτάκη το «συγκράτησε» περίπου όσο το ...τιθασεύουν, σήμερα, τα Μνημόνια.

Ο τότε πρωθυπουργός παρέλαβε το χρέος στο 69,9% του ΑΕΠ. Κατά τα έτη 1990, 1991, 1992 το δημόσιο χρέος βρέθηκε στο 80,7%, στο 83,3% και στο 89% , αντιστοίχως. Κι όμως, όλα αυτά δε ήταν παρά η ... φόρα για το μεγάλο άλμα: Το 1993 εκτοξεύθηκε στο 111,6% του ΑΕΠ. Αυτή ήταν η ... τρομακτική επιτυχία της τότε κυβέρνησης και δη του υπουργού Οικονομίας, Στέφανου Μάνου, στον ... ιερό αγώνα για τη χαλιναγώγηση του δημόσιου χρέους!

Το 1989 το δημόσιο έλλειμμα ήταν 14,4% του ΑΕΠ. Το 1990 «σκαρφάλωσε» στο 16,1%. Αυτό το «ξεπέταγμα», στελέχη της τότε κυβέρνησης το έχουν αποδώσει στην καταγραφή ελλειμμάτων που είχε κρύψει το ΠΑΣΟΚ.

Ας το δεχθούμε, παρακάμπτοντας τις όποιες απορίες προκύπτουν πχ από την παρατήρηση ότι η Νέα Δημοκρατία συμμετείχε στα δυο κυβερνητικά σχήματα (Τζαννετάκη, Ζολώτα) που μεσολάβησαν από την περίοδο του ΠΑΣΟΚ, μέχρι τη νίκη της στις εκλογές του Απριλίου 1990.

Με το κριτήριο του αποτελέσματος...

Το 1991 το έλειμμα όντως μειώθηκε, στο 11,5% του ΑΕΠ. Πήρε όμως πάλι ...την ανηφόρα, στα δύο επόμενα χρόνια. Βρέθηκε στο 12,8% το '92 και στο 13,8% το '93.

Το έλλειμμα λοιπόν ... πήρε τη ρεβάνς, μολονότι η κυβέρνηση περιέκοπτε κρατικές δαπάνες και προωθούσε «διαρθρωτικές αλλαγές» για να μειώσει το δημόσιο τομέα. Πώς συνέβη αυτό; Απλούστατα, επήλθε ύφεση, μειώθηκε η παραγόμενη αξία προϊόντων και υπηρεσιών και -τελικώς - το ίδιο το ΑΕΠ.

Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι προς στιγμή διαγράφουμε το ... «λαϊκίστικο» ερώτημα «πώς και με ποιο κοινωνικό κόστος μειώνονται έλλειμμα και χρέος;».

Ας πούμε ότι υποτάσσουμε τα πάντα στην ιερότητα του σκοπού της άμεσης, ταχύτατης δημοσιονομικής εξυγίανσης, παρακάμπτοντας κι όλες τις ενστάσεις - πχ των απανταχού κεϊνσιανιστών - για το τι (πρέπει να) κάνει πρώτα ένα κράτος, σε περιόδους σοβαρών κρίσεων.

Τι μας μένει; Το κριτήριο του αποτελέσματος: Πιστεύει κανείς ότι τα προαναφερθέντα στοιχεία δικαιώνουν το ...καμάρι του κ. Μητσοτάκη για την τριετία του; Γιατί, άραγε;

Εκβιαστές, τσαμπουκάδες και κουκουλοφόροι...

Κατά τα άλλα, όμως, ορισμένα σημεία του άρθρου του Επίτιμου δίνουν «τροφή για σκέψεις».

Διατείνεται ο κ. Μητσοτάκης ότι η «τακτική του εκβιασμού, του τσαμπουκά και των κουκουλοφόρων μπορεί να περνά στην Ελλάδα της κρίσης και της παρακμής, ασφαλώς όμως δεν περνά στην Ευρώπη».

Προφανώς καθένας δικαιούται να προσδώσει όποιο περιεχόμενο νομίζει στις προαναφερθείσες έννοιες «εκβιασμός» και «τσαμπουκάς», αλλά η ανάμειξή τους με τους κουκουλοφόρους είναι αυτή που ... τσακίζει κόκαλα!

Εάν ως «τσαμπουκά» εκλάβουμε την άσκηση του δικαιώματος κάθε κυβέρνησης να διαπραγματεύεται ή και να αρνείται, κάτι που εσχάτως το ΠΑΣΟΚ ανακάλυψε ότι είναι εφικτό, τότε προσφέρεται ως παράδειγμα- και μάλιστα διπλό- μια ... ομοιοπαθής χώρα. Η Πορτογαλία.

Ένας ευρηματικός τίτλος του «Ελεύθερου Τύπου»

Οι αναγνώστες του «Ελεύθερου Τύπου» ίσως θυμούνται τον ασυνήθιστο – μα και ευρηματικό- τίτλο της εφημερίδας, την 6η Μαϊου 2011: «Οι Πορτογάλοι δεν είναι τζιτζιφιόγκοι». Ο τίτλος παρέπεμπε σε μια «ενδο- ΠΑΣΟΚική» υπουργική διαμάχη, των ημερών εκείνων: Με τον χαρακτηρισμό «τζιτζιφιόγκοι», ο Δημήτρης Ρέππας είχε «λούσει» το περιβάλλον του Γιώργου Παπακωνσταντίνου.

Προς τι η αντιδιαστολή των «τζιτζιφιόγκων» με την Πορτογαλία; Απλούστατα, τότε οι Πορτογάλοι ήταν εδώ σημείο αναφοράς για την ικανότητά τους να κρατούν σε επίπεδα εμφανώς ηπιότερα των «δικών μας» τις περικοπές, τις οποίες αξίωναν οι Ευρωπαίοι. Πώς το επιτύγχαναν αυτό; Απλούστατα, δεν έλεγαν συνεχώς και μόνο «ναι», όπως μερικοί- μερικοί...

Μήπως ήταν καμία περίοδος «συναίνεσης» στην Πορτογαλία; Κάθε άλλο! Τη χώρα χαρακτήριζε τότε πολιτική αναταραχή ... βαρβάτη, η οποία άλλωστε είχε οδηγήσει -λίγες ημέρες νωρίτερα- στην κατάρρευση της κυβέρνησης του Ζοζέ Σόκρατες.

Και μετά; Μετά κατέφθασε στην Πορτογαλία η ... συναίνεση, παρέα με τα πολλά «ναι». Οι Πορτογάλοι τότε φορτώθηκαν ένα επιπρόσθετο – και σκληρότερο- πακέτο λιτότητας, μολονότι η εξέλιξη των δημοσιονομικών τους μεγεθών κάθε άλλο παρά το καθιστούσε, όχι αναγκαίο, μα ούτε καν «λογικοφανές».

Να σκεφθεί κανείς ότι το δημόσιο χρέος τους ήταν σχεδόν ίδιο με εκείνο του μέσου όρου της Ευρωζώνης... Ο μονεταριστικός παραλογισμός του Βερολίνου και των Βρυξελλών, όμως, δεν θα αμβλυνόταν με τέτοιες ... λεπτομέρειες.

Κάτι πήγε πολύ στραβά, ή έτσι είναι το ...ίσιο;

Εάν, πάλι, καταμετρήσουμε χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης που βρήκαν τρόπο να πουν «όχι» και να ξεμπερδεύουν με τον εφιάλτη του οικονομικού στραγγαλισμού, δίχως να έχουν... πεθάνει από ντροπή για αυτό, θα κουραστούμε να μετράμε.

Όρεξη να έχουμε να «ταξιδεύουμε», από την Αργεντινή του Κίρτσνερ και την Κεντρική Αμερική, μέχρι την Τουρκία του Ερντογάν και μικροσκοπική Ισλανδία.

Ναι, τη λιλιπούτεια Ισλανδία. Αυτό το ... μεγάλο παγοδρόμιο που προφανώς «παράγει τα πάντα»! Για αυτό, φαντάζομαι, είδε την οικονομία του να ανακάμπτει με ρυθμούς εντυπωσιακούς, έπειτα από την πρώτη κιόλας άρνηση - στο πρώτο δημοψήφισμα- των πολιτών να πληρώσουν για τις «κουτσουκέλες» των αεριτζήδων τραπεζιτών τους. (Ακολούθησε δεύτερο δημοψήφισμα και δεύτερο «όχι» των Ισλανδών).

«Μα εμείς, όπως και οι ομοιοπαθείς Νότιοι και οι Ιρλανδοί, είμαστε στην Ευρωζώνη και έχουμε ορισμένες υποχρεώσεις», θα παρατηρήσει – με το δίκιο του- κάποιος. Ας μην... τσακωθούμε επί του παρόντος για τα όρια, την ελαστικότητα ή το άτεγκτο αυτών των υποχρεώσεων.

Ας σκεφθούμε κάτι ευρύτερο, «αιρετικό» ίσως, αλλά προκύπτον από τα ίδια τα πράγματα: Συγγνώμη, αλλά εάν οι «περιφερειακές» χώρες της Ευρωζώνης διαθέτουν απείρως λιγότερες «ασπίδες» απέναντι στον κίνδυνο της οικονομικής – κοινωνικής «καταβαράθρωσης» από όσες έχουν η Ισλανδία ή το Εκουαδόρ, κάτι έχει πάει πολύ στραβά με - την πολυδιαφημισμένη μεν, απομυθοποιημένη δε- «ευρωπαϊκή οικογένεια». Πολύ, πολύ στραβά...

Εκτός εάν για μερικούς αυτό είναι το ...ίσιο, το λογικό, το ζητούμενο. Εάν υπάρχουν αυτοί οι «κάποιοι», θα βρουν άραγε το σθένος να μας το πουν;

Οταν ο Κώστας Σημίτης ανιχνεύει «ψευδαισθήσεις»...

Μια αποστροφή του κ. Μητσοτάκη, πάντως, είναι απολύτως ορθή: Όντως, δεν μας φταίνε για όλα οι ξένοι. Κάπου εδώ, η προσγείωσή μας στα εγχώρια μας φέρνει τετ α τετ με τον...Κώστα Σημίτη.

«Ευχάριστες ψευδαισθήσεις, δυσάρεστη πραγματικότητα» ήταν ο τίτλος του άρθρου του κ. Σημίτη στο «Βήμα». Για σκέψου! Να αναφέρεται σε «ευχάριστες ψευδαισθήσεις» ο πολιτικός που, ως πρωθυπουργός, μας έμεινε... αξέχαστος συν τοις άλλοις για την ευκολία με την οποία έσπερνε στην ελληνική κοινωνία την ιδέα του εύκολου – ελέω Σοφοκλέους – πλουτισμού!

Εκτός εάν αποκρυπτογραφούνται διαφορετικά διαβεβαιώσεις όπως: «Ο τζίρος του Χρηματιστηρίου θα είναι υψηλός και θα αποδώσει αυτά τα οποία έχουμε σχεδιάσει» (συνέντευξη Τύπου ΔΕΘ, Σεπτέμβριος 1999) και «η κατάσταση στη Σοφοκλέους θα ομαλοποιηθεί μέσα σε ένα- δύο 24ωρα» (Οκτώβριος 1999, στο Εκτελεστικό Γραφείο του ΠΑΣΟΚ).

Βεβαίως τον Μάρτιο του 2000, λίγο πριν από τις εκλογές, όλα αυτά εξαφανίστηκαν ως δια μαγείας... Απέμεινε μόνο η προσωπική ευθύνη και η αφελής βουλιμία των «εγκλωβισμένων» ή και ... διαλυμένων της Σοφοκλέους: «Όποιος πάει σε μια αγορά μπορεί να κερδίσει ή να χάσει – η κυβέρνηση ποτέ δεν προέτρεψε κανένα να αγοράσει μετοχές». Α, μπα, σώπα καημένε...

Η ... νεόπλουτη «ισχυρή Ελλάδα» του κυρίου καθηγητή

Να μιλήσουμε μήπως για τις «ψευδαισθήσεις» της υπερφίαλης, νεόπλουτης «ισχυρής Ελλάδας», που ξόδεψε για τους Ολυμπιακούς Αγώνες τουλάχιστον 13,2 δισ. ευρώ (τόσα... αναγνωρίστηκαν, μέχρι τώρα, επισήμως), αφήνοντας αιωρούμενη τη φρικτή υποψία ότι το πραγματικό κόστος ήταν κατά πολύ μεγαλύτερο;

Να αντιπαραβάλλουμε, μήπως, αυτό το κόστος στην ωμή διάψευση των ψευδαισθήσεων για τα ... μεγάλα «αντισταθμιστικά οφέλη» που θα κατέφθαναν; Μπα... Για την οικονομία χρόνου και χώρου ας υπενθυμίσουμε απλώς ότι εντός του ίδιου του ... επικού 2004 μας επισκέφθηκαν ένα εκατομμύριο λιγότεροι τουρίστες σε σχέση με το 2003!

Τις «ψευδαισθήσεις» που συνόδευσαν ειδικά την ένταξη στην ΟΝΕ θα τις «τιμήσουμε» σε ξεχωριστό, μελλοντικό σημείωμα. Δεν μπορεί, όμως, κανείς να μην θαυμάσει τη ... μακαριότητα του κ. Σημίτη!

Το αχτύπητο δίδυμο του «σκληρού» ευρώ...

Ο «πατριάρχης» του λεγόμενου εκσυγχρονισμού δίνει «διαλέξεις» για τα «πώς», «γιατί» και «διότι» της σημερινής κατάστασης, δίχως να νιώθει την ανάγκη να κάνει κάποια αποτίμηση των επιπτώσεων που είχε στην ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας το «σκληρό», «ακριβό» ευρώ.

Τις συνέπειες αυτές κανένας νουνεχής δεν τις αμφισβητεί σήμερα, στα σοβαρά. Στα ...μη σοβαρά, εσχάτως συμπεριλαμβάνονται ορισμένες νύξεις που εστιάζουν μόνο στη μισή αλήθεια: Μνημονεύουν την άνοδο που είχαν οι ελληνικές εξαγωγές επί ευρώ, σε περιόδους ευνοϊκού διεθνούς κλίματος, αλλά παραλείπουν να αναφερθούν στις αυξημένες εισαγωγές. Πολλώ δε μάλλον να αναγνωρίσουν τι σήμαινε -και τι σημαίνει αυτό - για την εγχώρια παραγωγή.

Νομοτέλεια ήταν άραγε το «σκληρό» ευρώ, το οποίο αποδείχθηκε πολύ βαρύ ακόμη και για τους... Γάλλους, κατά δήλωση πολιτικών και οικονομικών παραγόντων τους;

Τι ακριβώς να καταλογίσει κανείς στο ... αχτύπητο δίδυμο Σημίτη - Παπαδήμου, που αποδέχθηκε ανενδοίαστα κι αδιαμαρτύρητα το «κλείδωμα» της ισοτιμίας δραχμής – ευρώ στο συγκεκριμένο επίπεδο; Αδιαφορία; Παντελή έλλειψη οξυδέρκειας;

Ο Επίτιμος κι ο «καθηγητής», λοιπόν. Πάλι «κοντά μας», αμφότεροι. Πάλι οχυρωμένοι πίσω από τις «ακλόνητες. αλήθειες τους. Τους ακούς, τους διαβάζεις και ετοιμάζεσαι να φωνάξεις «όχι άλλο κάρβουνο! Αρκούν οι καμένες ελπίδες της κοινωνίας, γύρω μας...

ΣΧΟΛΙΑ