Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι χωρίς στοχευμένες πολιτικές που θα λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής, υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθεί μια νέα μορφή ανισότητας στην πρόσβαση σε καθαρές μετακινήσεις.
Η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση προχωρά με άνισους ρυθμούς στο Ηνωμένο Βασίλειο, με νέες αναλύσεις που φέρνει στο φως η εφημερίδα The Telegraph να δείχνουν ότι περιοχές της νοτιοδυτικής Αγγλίας, όπως το Ντόρσετ και η Κορνουάλη, εμφανίζουν αισθητά χαμηλότερο ενδιαφέρον για την αγορά ηλεκτρικών αυτοκινήτων σε σύγκριση με άλλες περιοχές της χώρας. Η εικόνα αυτή αναδεικνύει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν κυρίως οι αγροτικές κοινότητες, όπου οι μεγαλύτερες αποστάσεις και οι τοπικές ιδιαιτερότητες καθιστούν τη μετάβαση σε πιο καθαρές μορφές μετακίνησης πιο σύνθετη υπόθεση.
Η περίπτωση του Ντόρτσεστερ
Σύμφωνα με ανάλυση της διαδικτυακής αγοράς οχημάτων Autotrader, πόλεις όπως το Ντόρτσεστερ και το Τρούρο συγκαταλέγονται στις περιοχές που κινδυνεύουν να μείνουν πίσω στη στροφή προς την ηλεκτροκίνηση. Τα στοιχεία δείχνουν ότι, σε εθνικό επίπεδο, περίπου το 31,2% των χρηστών της πλατφόρμας αναζήτησε τουλάχιστον μία αγγελία ηλεκτρικού αυτοκινήτου μέσα στο τελευταίο τρίμηνο. Ωστόσο, το ποσοστό αυτό πέφτει αισθητά σε ορισμένες περιοχές της νοτιοδυτικής Αγγλίας, όπου στο Ντόρτσεστερ - σε ένα ιστορικό χαμηλό για τα δεδομένα της χώρας - μόλις το 25,9% των χρηστών εξέφρασε ενδιαφέρον, ενώ στο Τρούρο το αντίστοιχο ποσοστό έφτασε το 26,4%.
Τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα που ξεχώρισαν σε πρόσφατη έρευνα
Έφτασαν στη Θεσσαλονίκη τα 100 νέα ηλεκτρικά λεωφορεία των ΚΤΕΛ
Η διαφορά γίνεται ακόμη πιο εμφανής όταν συγκριθεί με περιοχές όπως το Γουόρινγκτον στο Τσέσαϊρ, όπου το ενδιαφέρον για ηλεκτρικά αυτοκίνητα αγγίζει το 35,9%, καταγράφοντας την υψηλότερη επίδοση στη χώρα. Το χάσμα αυτό υπογραμμίζει ότι η μετάβαση σε καθαρότερες μορφές μετακίνησης δεν εξελίσσεται με ενιαίο ρυθμό, αλλά επηρεάζεται από κοινωνικούς, γεωγραφικούς και οικονομικούς παράγοντες.
Ο Ίαν Πλάμερ, επικεφαλής εξυπηρέτησης πελατών της Autotrader, σχολίασε ότι τα χαμηλότερα επίπεδα ενδιαφέροντος σε περιοχές όπως η νοτιοδυτική Αγγλία και η Σκωτία δεν οφείλονται απαραίτητα σε έλλειψη διάθεσης για πιο οικολογικές μετακινήσεις, αλλά αντανακλούν βαθύτερες δομικές προκλήσεις.
Όπως εξήγησε, οι κάτοικοι αγροτικών περιοχών καλούνται συχνά να διανύουν μεγαλύτερες αποστάσεις, γεγονός που εντείνει το άγχος για την αυτονομία των οχημάτων και επηρεάζει την καθημερινή πρακτικότητα της ηλεκτροκίνησης. Παρά το γεγονός ότι σε ορισμένες από αυτές τις περιοχές υπάρχουν περισσότεροι ταχυφορτιστές ανά κάτοικο σε σχέση με τον εθνικό μέσο όρο, η γεωγραφική διασπορά και η καθημερινή ανάγκη για μεγάλες μετακινήσεις παραμένουν σημαντικά εμπόδια.
Την ίδια στιγμή, η συνολική ζήτηση για ηλεκτρικά αυτοκίνητα φαίνεται να αυξάνεται. Σύμφωνα με τα στοιχεία της εταιρείας, οι προβολές αγγελιών ηλεκτρικών οχημάτων αυξήθηκαν κατά 28% την προηγούμενη χρονιά σε σχέση με το 2024. Η αύξηση αυτή αποδίδεται σε πολλούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων η διεύρυνση της γκάμας μοντέλων από διαφορετικούς κατασκευαστές, καθώς και τα κρατικά κίνητρα που μειώνουν το κόστος αγοράς.
Παρ’ όλα αυτά, η έκθεση προειδοποιεί για έναν «δρόμο δύο ταχυτήτων» προς το 2030, έτος κατά το οποίο προβλέπεται να απαγορευθεί η πώληση νέων αυτοκινήτων βενζίνης και πετρελαίου στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Ο Πλάμερ τόνισε ότι για να γεφυρωθεί το χάσμα απαιτούνται πρόσθετες παρεμβάσεις, όπως η επέκταση των επιδοτήσεων και στην αγορά μεταχειρισμένων ηλεκτρικών οχημάτων, καθώς και η επανεξέταση της φορολογικής πολιτικής. Οι προτάσεις αυτές έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία η βρετανική κυβέρνηση εξετάζει νέα μέτρα, μεταξύ των οποίων και την επιβολή χρέωσης με βάση τα διανυόμενα χιλιόμετρα για τα ηλεκτρικά οχήματα με μπαταρία, από τον Απρίλιο του 2028.
Εκπρόσωπος του Υπουργείου Μεταφορών σημείωσε ότι τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα γίνονται ολοένα και πιο προσιτά, επισημαίνοντας πως «δύο στα πέντε μεταχειρισμένα ηλεκτρικά οχήματα κοστίζουν πλέον κάτω από 20.000 λίρες, γεγονός που κάνει την ηλεκτροκίνηση πιο εφικτή για περισσότερες οικογένειες». Παράλληλα, υποστήριξε ότι το κόστος χρήσης τους είναι χαμηλότερο σε σχέση με τα συμβατικά αυτοκίνητα, με πιθανή εξοικονόμηση περίπου 1.400 λιρών ετησίως για τους ιδιοκτήτες, ενώ η οδηγική εμπειρία χαρακτηρίζεται πιο ομαλή και αθόρυβη.
Η συζήτηση γύρω από την ηλεκτροκίνηση, ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο σε οικονομικά και τεχνολογικά ζητήματα. Σε πολλές αγροτικές περιοχές, οι κάτοικοι αντιμετωπίζουν και ζητήματα υποδομών, όπως η επάρκεια δικτύου φόρτισης ή η πρόσβαση σε αξιόπιστες υπηρεσίες συντήρησης. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι χωρίς στοχευμένες πολιτικές που θα λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής, υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθεί μια νέα μορφή ανισότητας στην πρόσβαση σε καθαρές μετακινήσεις.
Καθώς το 2030 πλησιάζει, η πρόκληση για τις αρχές και την αγορά είναι να διασφαλίσουν ότι η μετάβαση δεν θα αφήσει πίσω συγκεκριμένες κοινότητες. Η αυξανόμενη διαθεσιμότητα μοντέλων και οι μειωμένες τιμές αποτελούν θετικά σημάδια, όμως η πραγματική επιτυχία της ηλεκτροκίνησης θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο θα μπορέσει να προσαρμοστεί στις ανάγκες των ανθρώπων που ζουν και εργάζονται πέρα από τα μεγάλα αστικά κέντρα. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει μια ευρύτερη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται οι κοινωνίες την κινητικότητα και την ενεργειακή μετάβαση, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα ότι η πορεία προς ένα καθαρότερο μέλλον δεν είναι ίδια για όλους.