Εβδομήντα θάνατοι από μηνιγγιτιδόκοκκο, που αναλογεί σε θνητότητα της τάξης περίπου του 6%, καταγράφηκαν κατά την χρονική περίοδο 2004 - 2025 στη χώρα μας.
Η μεγαλύτερη θνητότητα καταγράφηκε το έτος 2018 (11,8%) ενώ η μικρότερη τα έτη 2020-2022 (0%). Η μέση ετήσια δηλούμενη θνησιμότητα για την χρονική περίοδο 2004 - 2023 είναι 0,031 θάνατοι ανά 100.000 πληθυσμού.
Σύμφωνα με όσα αναφέρει η παιδίατρος – λοιμωξιολόγος του Εθνικού Οργανισμού Δημοσίας Υγείας (ΕΟΔΥ), Θεανώ Γεωργακοπούλου, στην χρονική περίοδο 2004-2025 δηλώθηκαν, μέσω του συστήματος υποχρεωτικής δήλωσης νοσημάτων στον ΕΟΔΥ, συνολικά 1.212 κρούσματα μηνιγγιτιδοκοκκικής νόσου, με τα κρούσματα να κυμαίνονται μεταξύ 4 και 114 ανά έτος και η μέση ετήσια δηλούμενη επίπτωση να ανέρχεται στα 0,50 κρούσματα ανά 100.000 πληθυσμού.
Η επίπτωση του νοσήματος παρουσίασε σημαντική πτωτική πορεία από το 2013 έως το 2022.
Στα χαμηλότερα επίπεδα την περίοδο της πανδημίας
Ειδικά την περίοδο της πανδημίας COVID-19 η επίπτωση της νόσου έφτασε στα χαμηλότερά της επίπεδα και αυτό αποδόθηκε στην εφαρμογή περιοριστικών μέτρων (κοινωνική αποστασιοποίηση, χρήση μάσκας, κλείσιμο σχολείων). Το έτος 2023 η επίπτωση της νόσου αυξήθηκε φτάνοντας σε προπανδημικά επίπεδα.
Για την χρονική περίοδο 2004-2025, ο αριθμός των κρουσμάτων μηνιγγιτιδοκοκκικής νόσου με γνωστή ηλικία ήταν 1.207 (υπήρχε 1 κρούσμα με άγνωστη ηλικία). Το νόσημα παρουσίασε υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης στην ηλικιακή ομάδα 0-4 ετών, με μέση ετήσια δηλούμενη επίπτωση 3,94 κρούσματα ανά 100.000 πληθυσμού. Η μέση ετήσια δηλούμενη επίπτωση προοδευτικά μειώνεται στις ηλικίες 5-14 ετών (0,92 ανά 100.000 πληθυσμού) και 15-24 ετών (0,96 ανά 100.000 πληθυσμού). Στις ηλικιακές ομάδες άνω των 25 ετών η μέση ετήσια δηλούμενη επίπτωση της μηνιγγιτιδοκοκκικής νόσου είναι ιδιαίτερα μικρή και δεν ξεπερνά τις 0,21 περιπτώσεις ανά 100.000 πληθυσμού.
Κατά την περίοδο 2004-2025, το ποσοστό των εργαστηριακά επιβεβαιωμένων κρουσμάτων μηνιγγιτιδοκοκκικής νόσου ήταν 95,3% (1062/1133). Κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα έγινε οροτυπικός έλεγχος στο 80,4% (975/2.212) των στελεχών μηνιγγιτιδόκοκκου από τα οποία 917/975 (94,1%) ταυτοποιήθηκαν ότι ανήκουν σε μια από τις πέντε οροομάδες (A, B, C, W135, Y) που ευθύνονται για τη συντριπτική πλειοψηφία των διεισδυτικών λοιμώξεων παγκοσμίως.
Επιπλέον σε ένα (1) δείγμα ταυτοποιήθηκε μηνιγγιτιδόκοκκος οροομάδας Χ (έτος 2014). Στη χώρα μας το 81,3% (793/975) των περιπτώσεων μηνιγγιτιδοκοκκικής μηνιγγίτιδας όπου έγινε προσδιορισμός της οροομάδας οφείλεται στην οροομάδα Β, ενώ 2η σε συχνότητα ταυτοποιήσιμη οροομάδα είναι η C.