Δίκαιη ανάπτυξη; Το πιο σύντομo ανέκδοτο

Ο πρωθυπουργός δήλωνε με στόμφο από το βήμα της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, τον περασμένο Σεπτέμβριο, ότι δε θέλει μια ανάπτυξη του 2%, 3%, 4%, αν δεν είναι δίκαιη, σύμφωνα με την αριστερή συνείδησή του. Ανεξαρτήτως των δυσκολιών να πετύχουμε τέτοια ποσοστά ανάπτυξης με τις παρούσες κυβερνητικές πολιτικές –υπερφορολόγηση και μεταρρυθμιστική απραξία― το μείγμα δημοσιονομικής πολιτικής που τελικά επιλέγει η κυβέρνηση κάθε άλλο παρά ως δίκαιο μπορεί να θεωρηθεί.

Πρόσφατο παράδειγμα ο προϋπολογισμός του 2018, ειδικότερα στα κονδύλια της κοινωνικής πολιτικής η οποία πρέπει να αποτελεί τον κορμό κάθε κυβερνητικής πολιτικής, κάθε κυβέρνησης ―και όχι προνόμιο αυτών με αριστερό πρόσημο― ειδικά σε περιόδους κρίσης ή γενικότερων αναταραχών.

Στον προϋπολογισμό του 2018 η κυβέρνηση του κ.Τσίπρα θέτει δύο αντιφατικές στρατηγικές προτεραιότητες: περικοπές κοινωνικών δαπανών και αύξηση πόρων μισθοδοσίας σε δημόσιο, φορείς κοινωνικής ασφάλισης και ΔΕΚΟ. Δηλαδή, έχουμε δύο στόχους που ο ένας αντιπαλεύει τον άλλον. Ο ένας στόχος είναι μείωση των δαπανών και η στρατηγική που επιλέγεται είναι οι περικοπές ακόμη και με θυσία του κοινωνικού κράτους και ο άλλος η αύξηση των δαπανών και η στρατηγική που επιλέγεται είναι η αύξηση μισθοδοσίας δημοσίου.

Η εφαρμογή του κανόνα «1 πρόσληψη για 3 αποχωρήσεις» στο Δημόσιο, αντί του «1 προς 4» που ίσχυε για το 2017, αυξάνει το μισθολογικό κονδύλι κατά 110 εκ. ευρώ, τη μισθοδοσία των φορέων του κοινωνικού προϋπολογισμού κατά 128 εκ. (από το 2015), ενώ η μισθοδοσία των ΔΕΚΟ ήδη για το 2017 προβλέπεται να υπερβεί κατά 45 εκ. ευρώ τον προϋπολογισμό του έτους. Οι προσλήψεις καταγράφονται ως στρατηγική κίνηση προετοιμασίας για τις εκλογές, ανεξαρτήτως ημερομηνίας διεξαγωγής.

Στον αντίποδα, οι κοινωνικές δαπάνες μειώνονται, όσο παράλογο κι αν φαίνεται αυτό, όσο ανάλγητη κι αν θεωρείται η πολιτική που το υπαγορεύει κι όσο αντιφατικό αποδεικνύεται με τα λεγόμενα του πρωθυπουργού περί κοινωνικής δικαιοσύνης μόλις 3 μήνες πριν. Περικοπές 260 εκ. ευρώ από τις δαπάνες κοινωνικής συνοχής και συνολική μείωση μεταβιβαστικών πληρωμών 1,1 εκ. ευρώ επιλέγει η κατ’ επίφαση αριστερή κυβέρνηση, στέλνοντας στο κρεβάτι του Προκρούστη το κατεξοχήν εργαλείο καταπολέμησης της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.

Εξετάζοντας καλύτερα τον κοινωνικό προϋπολογισμό βλέπουμε ότι οι δαπάνες για τα νοσοκομεία μειώνονται κατά 363 εκ. ευρώ, για τον ΕΟΠΥΥ 214 εκ. ευρώ και για τον ΟΓΑ 60 εκ. ευρώ. Ειδικότερα για τον ΟΓΑ, οι παροχές για τους ανασφάλιστους υπερήλικες περικόπτονται κατά 53 εκ. ευρώ.

Ακόμα πιο προκλητική ―ή μήπως ενισχυτική του brain drain τελικά;― είναι η περιστολή των δαπανών για τα προγράμματα απασχόλησης του ΟΑΕΔ. Σε μια χώρα με ανεργία άνω του 20% και με μαζική μετανάστευση νέων στο εξωτερικό λόγω ανεργίας, η κυβέρνηση προϋπολογίζει 450 εκ. ευρώ για προγράμματα απασχόλησης, βάζοντας όμως «συν» στο τεφτέρι του πάρε-δώσε με τον λαό ισχυριζόμενη ότι μόνο 350 εκ. ευρώ κατευθύνθηκαν σε τέτοια προγράμματα το 2017. Αν όμως κάποιος ξεσκόνιζε τον προϋπολογισμό του 2017, θα ανακάλυπτε ότι το αντίστοιχο κονδύλι ήταν 604 εκ. ευρώ και αμέσως θα διαπίστωνε δύο ανακρίβειες στις κυβερνητικές αναγγελίες. Πρώτον, με γνώσεις αριθμητικής δημοτικού, το κονδύλι του 2018 αποδεικνύεται μειωμένο κατά 154 εκ. ευρώ. Δεύτερον, το 2017, έχουμε ποσοστό εκτέλεσης μόνο 58% στα προγράμματα απασχόλησης του ΟΑΕΔ εφόσον από τα 604 προϋπολογιζόμενα εκ. ευρώ μόνον τα 350 τελικά διατέθηκαν. Ας μη ψάχνουν πιο μακριά όσοι θέλουν να δουν πως χρηματοδοτήθηκε το μέρισμα που δίνεται αυτές τις μέρες.

Αλλά και στις λοιπές προνοιακές παροχές, παραμένοντας συνεπής στο μοτίβο περιορισμού των κοινωνικών δαπανών, ο προϋπολογισμός του 2018 προβλέπει μείωση 47 εκ. ευρώ, ενώ και οι παροχές ασθενείας μειώνονται κατά 160 εκ. ευρώ. Όσο για τον στρατηγικό στόχο εκσυγχρονισμού του συστήματος υγείας που προγραμματίζεται να επιτευχθεί με περικοπές 363 εκ. ευρώ στην επιχορήγηση νοσοκομείων, θεωρείται ειρωνεία από κάθε νοήμονα πολίτη.

Επίσης, χαρακτηριστικό της καταστροφικής πορείας στην οποία έχει βάλει τη χώρα ο πρωθυπουργός είναι το ότι, ενώ οι κοινωνικές δαπάνες καταβαραθρώνονται και οι φόροι εκτοξεύονται στα ύψη, το χρέος αυξάνεται. Το 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ παρέλαβε χρέος 321 δις ευρώ, ενώ για το 2018 το χρέος προβλέπεται να ανέλθει στα 343 δις ευρώ. Δηλαδή, 22 δις ευρώ πρόσθετο χρέος στις πλάτες των πολιτών, την ίδια στιγμή που το ΑΕΠ της χώρας εμφανίζεται στάσιμο. Δηλαδή, τρία χρόνια υπερφορολόγησης, περικοπών συντάξεων και περιορισμού του κοινωνικού κράτους είχαν ως αποτέλεσμα μηδενική ανάπτυξη και αύξηση του χρέους.

Ακόμη χειρότερη η συνολική εικόνα: η τριετής περιπέτεια της χώρας υπό τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αφήνει μια οικονομία εξουθενωμένη από τα χρέη και τις επιβαρύνσεις, το 1/3 του πληθυσμού σε συνθήκες κοινωνικού αποκλεισμού και το κοινωνικό κράτος σε πλήρη απορρύθμιση μετά τις στρατηγικές επιλογές μείωσης των κονδυλίων για την κοινωνική πολιτική. Ειδικά η «επίθεση» της κυβέρνησης στο κοινωνικό κράτος αφήνει έκθετες τις αφηγήσεις περί κοινωνικού μερίσματος και δίκαιης ανάπτυξης και αναδεικνύει ότι η αριστερή διακυβέρνηση αντιλαμβάνεται την κοινωνική πολιτική με όρους ελεημοσύνης και όχι στήριξης και προστασίας του πολίτη. 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.