Προϋπολογισμός 2018: Η ίδια συνταγή

Το προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού του 2018 ουσιαστικά συνεχίζει τις πολιτικές λιτότητας των παλαιοτέρων ετών, δηλαδή τις μειώσεις δημοσίων δαπανών και τις αυξήσεις φόρων σε συνθήκες σταδιακής ανάκαμψης (παλαιότερα ύφεσης) της οικονομίας.

Είναι σαφές ότι κάτι τέτοιο δεν είναι προς όφελος της οικονομικής δραστηριότητας και της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία. Αποτελεί, δηλαδή, ανασχετικό παράγοντα στην επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης. Το τρίτο Μνημόνιο και το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα 2018-2021 επιβάλλουν παράταση της λιτότητας και αυτό υποκρύπτει η στόχευση για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα.

Το ζήτημα της λιτότητας γίνεται γενικά επίκαιρο όχι μόνον σε συνθήκες αναιμικής ανάκαμψης, όπως στην Ελλάδα, αλλά και λόγω των γενικότερων συνθηκών στην Ευρωζώνη και των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν διάφορες χώρες.

Ειδικά η δημοσιονομική πολιτική στην Ελλάδα και αλλού θα έπρεπε, θεωρητικά, να αναλάβει ενεργότερο ρόλο στην αντιμετώπιση του κινδύνου μακροχρόνιας στασιμότητας. Σύμφωνα με αυτή τη σχολή οικονομικής σκέψης, η δημοσιονομική πολιτική οφείλει να είναι αντικυκλική, όταν υπάρχει ύφεση δηλαδή (ή μικρή ανάκαμψη), αυτή να είναι επεκτατική και αντίστροφα. Με τον τρόπο αυτό, οι οικονομικοί κύκλοι εξομαλύνονται.

Στη μνημονιακή Ελλάδα, όμως, εξακολουθούν να αυξάνονται οι φορολογικοί συντελεστές και να συγκρατούνται οι δαπάνες του κράτους. Αυτό φυσικά οφείλεται μεν στην κληρονομιά του παρελθόντος (χρέη κ.λπ.), αλλά οφείλεται και στους υπερφιλόδοξους και αντιπαραγωγικούς στόχους του τρίτου Μνημονίου για επίτευξη και διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων 3,5% του ΑΕΠ ως το 2022, βάσει της απόφασης του Eurogroup στις 15/6/2017.

Συνεπώς, στο επόμενο διάστημα θα ήταν κρίσιμο να ενταχθεί στη γενικότερη συζήτηση η αναθεώρηση των στόχων για πρωτογενή πλεονάσματα προς τα κάτω και η οριστική «διευθέτηση» του χρέους. Κυβέρνηση και αντιπολίτευση μάλλον συμφωνούν στον στόχο αυτό και έχουν ως σύμμαχο το ΔΝΤ!

Μια ειδικότερη πτυχή σε σχέση με τις υφεσιακές επιπτώσεις του προσχεδίου είναι το «μείγμα οικονομικής πολιτικής» -η σχέση κρατικών δαπανών και φόρων. Το προσχέδιο Κρατικού Προϋπολογισμού 2018 συνεχίζει τη φοροκεντρική λιτότητα για την επίτευξη του στόχου ως προς ένα πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ σύμφωνα με το τρέχον Πρόγραμμα.

Όπως έχουμε επισημάνει στο Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή κατά το παρελθόν, η συντριπτική υπεροχή της στάθμισης των παρεμβάσεων στα φορολογικά έσοδα σε σχέση με τις συνολικές δημοσιονομικές παρεμβάσεις (και εν γένει οι δημοσιονομικές προσαρμογές που βασίζονται κυρίως σε αυξήσεις φορολογικών εσόδων, παρά σε μόνιμες περικοπές πρωτογενών δαπανών) δημιουργεί ένα ασφυκτικό περιβάλλον στην υπό ανάκαμψη οικονομία, περιορίζοντας τις προοπτικές ανάκαμψής της.

Μολονότι τυχόν μειώσεις δαπανών αντί αυξήσεων φόρων θα ήταν πιθανόν περισσότερο υποστηρικτικές προς την ανάκαμψη, το σημαντικότερο είναι ότι οι αυξήσεις φόρων αποθαρρύνουν την εργασία και την επιχειρηματικότητα. Άρα, υποδαυλίζουν το στόχο της ανάπτυξης.

* Ο Παναγιώτης Λιαργκόβας είναι καθηγητής στην έδρα Jean Monnet στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και Συντονιστής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή των Ελλήνων

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.