Ισχυρούς κραδασμούς στις διεθνείς αγορές προκάλεσε η θεαματική υποχώρηση της μετοχής της Intel την Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2026, η οποία έχασε 28,6% της αξίας της, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση της από το 1974.
Η αρνητική αντίδραση των επενδυτών ακολούθησε τις απογοητευτικές προβλέψεις της εταιρείας για το επόμενο τρίμηνο, εν μέσω προβλημάτων στην παραγωγή και εξασθένησης της ζήτησης στην αγορά προσωπικών υπολογιστών.
Σύμφωνα με το Reuters, καθοριστικό ρόλο στην επιδείνωση των προοπτικών διαδραμάτισε η διακοπή λειτουργίας του εργοστασίου της Intel στο Κιριάτ Γκατ του Ισραήλ, έπειτα από έκρηξη τον Οκτώβριο. Το περιστατικό αναμένεται να προκαλέσει απώλεια εσόδων περίπου 600 εκατ. δολαρίων σε διάστημα δύο τριμήνων, περιορίζοντας παράλληλα την προμήθεια επεξεργαστών για συστήματα τεχνητής νοημοσύνης.
Η πτώση αποτελεί σημαντική ανατροπή για τον διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας, Lip-Bu Tan, ο οποίος ανέλαβε τον Μάρτιο του 2025, με αποστολή την οικονομική και τεχνολογική ανασυγκρότηση της Intel. Παράλληλα, οι εξελίξεις επηρεάζουν άμεσα και την αμερικανική κυβέρνηση, η οποία απέκτησε το 10% της εταιρείας τον Αύγουστο του 2025. Σύμφωνα με το Reuters, η συγκεκριμένη συμμετοχή έχασε περίπου 12 δισ. δολάρια σε χρηματιστηριακή αξία κατά τη συνεδρίαση της Παρασκευής.
Intel: Πρόβλεψη για έσοδα 15-16 δισ. δολαρίων
Η διοίκηση της Intel προβλέπει για το τέταρτο τρίμηνο έσοδα μεταξύ 15 και 16 δισ. δολαρίων και προσαρμοσμένα κέρδη 25 σεντς ανά μετοχή. Οι εκτιμήσεις αυτές υπολείπονται των προβλέψεων της αγοράς, εντείνοντας τις ανησυχίες για την πορεία της εταιρείας. Ο οικονομικός διευθυντής David Zinsner εκτίμησε ότι η αδυναμία στην αγορά των υπολογιστών θα διατηρηθεί τουλάχιστον έως το πρώτο εξάμηνο του 2027.
Οι πιέσεις επεκτάθηκαν και στον ευρύτερο τεχνολογικό κλάδο. Η Nvidia υποχώρησε κατά 4,2%, ενώ ο Nasdaq σημείωσε απώλειες 2,86%. Την ίδια στιγμή, η Amazon κατέγραψε πτώση 1,4%, με τους επενδυτές να προβληματίζονται για τις αυξημένες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη και τις αρνητικές ελεύθερες ταμειακές ροές.
Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει την αυξανόμενη επιφυλακτικότητα των αγορών απέναντι στις μεγάλες τεχνολογικές επενδύσεις, καθώς οι επενδυτές απαιτούν πλέον σαφέστερες ενδείξεις ότι οι υψηλές δαπάνες μπορούν να μετατραπούν σε βιώσιμη κερδοφορία.