ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ Η ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ

Εντουαρντ Λιμόνοφ: Γράφοντας με το μαχαίρι στη μπότα

Ο Λιμόνοφ μιλά στους δημοσιογράφους μετά τη σύλληψή του το 2010. Φωτογραφία: AP Photo/Alexander Zemlianichenko.
Ο Λιμόνοφ μιλά στους δημοσιογράφους μετά τη σύλληψή του το 2010. Φωτογραφία: AP Photo/Alexander Zemlianichenko.

Στο βιβλίο «Λιμόνοφ» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου (μετάφραση Γιώργου Καράμπελα), ο Φιλίπ Καρέρ καταγράφει την ταραχώδη πορεία του Ρώσου πανκ συγγραφέα που που διέτρεξε τη σύγχρονη ιστορία της χώρας του με ένα τετράδιο στο χέρι και ένα στιλέτο στην μπότα.

Ποιητής στο Χάρκοβο, αλήτης στη Νέα Υόρκη, «τρομερό παιδί» της λογοτεχνίας στο Παρίσι, παραστρατιωτικός στο Σεράγεβο, ακροδεξιός εξτρεμιστής στη Μόσχα και «ζεκ» κρατούμενος στα γκούλαγκ της νέας Ρωσίας, πολέμιος του Πούτιν, υπέρμαχος του Πούτιν. 

Την άνοιξη του 1974 δύο συγγραφείς εγκαταλείπουν την Σοβιετική Ένωση. Ο ένας είναι ο Αλεξάντρ Σολζενίτσιν, ορκισμένος εχθρός του καθεστώτος, επιζών των γκουλάγκ της Σιβηρίας και συγγραφέας του βιβλίου Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ με τις μαρτυρίες 270 ανθρώπων που επιβίωσαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης της σταλινικής περιόδου. Ο άλλος είναι ο ποιητής Έντουαρντ Λιμόνοφ, γνωστός μόνο στην αντεργκράουντ σκηνή στο Χάρκοβο της Ουκρανίας όπου μεγάλωσε, ενώ έχει διαπρέψει ως ράφτης στη Μόσχα μεταμορφώνοντας τόπια υφάσματος σε αλλόκοτες μποέμ φορεσιές.

Ο Σολζενίτσιν, αυστηρός και ασκητικός αντιφρονούντας, γίνεται δεκτός με τιμές αρχηγού κράτους στη Φραγκφούρτη από τον Καγκελάριο Βίλι Μπραντ. Ο Λιμόνοφ φτάνει στη Νέα Υόρκη άφραγκος με δύο διευθύνσεις στη τσέπη και την πανέμορφη Ρωσίδα Έλενα στην αγκαλιά του. Καθώς απεχθάνεται την ταυτότητα του αντιφρονούντα δηλώνει απλώς «παραβατικός».

Μετά την κλασική σύντομη περιοδεία στη Δύση, ο Σολζενίτσιν αποσύρεται στο Βερμόντ για να γράψει το πολύτομο έργο Κόκκινος Τροχός, μια σειρά μυθιστορημάτων με φόντο τη Ρώσικη Επανάσταση του 1917. Ο Λιμόνοφ περιφέρεται στο Μανχάταν καπνίζοντας τζαμαϊκανή φούντα, πίνοντας φτηνό καλιφορνέζικο κρασί και γράφοντας σε ένα τετράδιο στη λιακάδα του Σέντραλ Παρκ για τις σεξουαλικές του περιπέτειες με άστεγους μαύρους και Αμερικανίδες τροτσκίστριες.

Το Λιμόνοφ δεν είναι μία απλή βιογραφία ενός διανοούμενου. Ο Καρέρ έχει να διασχίσει ένα ναρκοπέδιο. Οι Γάλλοι και γενικότερα οι Ευρωπαίοι μπορούσαν να επαίρονται ότι ήταν οι πρώτοι που ανακάλυψαν αυτόν τον εικονοκλάστη Ρώσο που αντί να γράφει ενάντια στο καθεστώς της πατρίδας του προτιμούσε να καταγράφει τις δικές του εμπειρίες ως συμμορίτης και ποιητής στον καπιταλιστικό παράδεισο και ταυτόχρονα να λοιδορεί τους υπόλοιπους αντιφρονούντες. Ώσπου τον είδαν σε ένα ντοκιμαντέρ για τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας να ρίχνει με ένα μυδραλιοβόλο στο πολιορκημένο από τους Σέρβους παραστρατιωτικούς Σεράγεβο.

O Καρέρ όμως πιστεύει ότι πίσω από αυτή τη φρικαλέα σκηνή, υπάρχει κάτι διαφορετικό. Ο Λιμόνοφ, που υπέγραφε ως «Τζόνι Ρότεν της λογοτεχνίας», είχε αφιερώσει το πρώτο του βιβλίο στη μητέρα του, γνωστή στη Γαλλία σοβιετολόγο. Έτσι ο Καρέρ πιάνει το νήμα από την αρχή, από τη γέννηση του Λιμόνοφ τις ημέρες που η πολιορκία του Στάλινγκραντ λύνεται, η 6η Στρατιά της Βέρμαχτ περικυκλώνεται και αιχμαλωτίζεται και αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση για την είσοδο του Κόκκινου Στρατού στο Βερολίνο. Για τον Καρέρ, ο Λιμόνοφ, όπως όλη η γενιά του, είναι παιδί της νίκης. 

Με πατέρα κατώτερο αξιωματικό του Λαϊκού Κομισαριάτου Εσωτερικών Υποθέσεων (ΝΚVD), της πανίσχυρης αστυνομίας του καθεστώτος που ειδικευόταν στα πολιτικά εγκλήματα, θα μπορούσε άνετα να αναρριχηθεί στην ιεραρχία του κομμουνιστικού κόμματος και να γίνει στέλεχος με ντάτσα και αυτοκίνητο. Όμως ο νεαρός Λιμόνοφ έχει άλλα όνειρα.

Αν και μικρόσωμος και διοπτροφόρος, θέλει να γίνει ηγέτης συμμορίας, από αυτούς τους πάντα πιωμένους ογκώδεις κακοποιούς με τα τατουάζ που δεν τους φοβίζει ούτε η αστυνομία ούτε η κομματική νομεκλατούρα. Όταν συνειδητοποιεί ότι θα καταλήξει νεκρός ή ισοβίτης, αλλάζει πλεύση και μεταμορφώνεται σε ποιητή.

Έναν αληθινό ποιητή, που δεν γράφει στίχους για προλεταριακή ανάταση, αλλά για τους παρίες του σοβιετικού θαύματος, ενώ κουβαλά πάντα ένα στιλέτο στην μπότα του. Αυτοχρίζεται πρίγκηπας των μποέμ στους λογοτεχνικούς κύκλους του Χαρκόβου και αποφασίζει ότι η πορεία του έχει χαραχτεί: Πρώτα η Μόσχα, κι έπειτα η Αμερική.

Ένας Ρώσος Ποιητής Προτιμάει τους Μεγάλους Νέγρους

Η Νέα Υόρκη είναι η πόλη που ο Λιμόνοφ θέλει να κατακτήσει το 1974. Εκεί, απορρίπτει τους αντιφρονούντες συμπατριώτες του ως ατάλαντους «που χρησιμοποιούν την ταυτότητα του πολιτικού εξόριστου για να κρύψουν τη δειλία και την ανικανότητα τους», και μένει σε ξενοδοχεία που προορίζονται για μαύρους και Πορτορικάνους. Ζει από το επίδομα πρόνοιας, κλέβει τσάντες και τρώει από τους σκουπιδοτενεκέδες.

Η αγαπημένη του Έλενα, εκείνη για την οποία κάποτε έκοψε τις φλέβες του στο κατώφλι της, τον εγκαταλείπει για να μπει στο μόντελινγκ. Ο Λιμόνοφ κάνει σεξ με μαύρους άνδρες, κάνει παρέα με τροτσκιστές αλλά και τον Στιβ Ρούμπελ του Studio 54 και δουλεύει ως μπάτλερ ενός δισεκατομμυριούχου Αμερικάνου.

Τον εξιτάρει ότι κάποτε ο εξόριστος Τρότσκι έφυγε κουρελής από το Μανχάταν για να γίνει επικεφαλής της Κόκκινης Στρατιάς, του μεγαλύτερου στρατού στο κόσμο. Ο Λιμόνοφ ονειρεύεται ότι μια μέρα θα ηγηθεί ενός στρατού από αληταράδες, μέθυσους, πόρνες και όλους τους περιθωριακούς, που θα σαρώσουν τη Δύση.

Φωτογραφία: Boven.

Ώσπου έρχεται η αναγνώριση. Ένας Γάλλος εκδότης που λατρεύει τις προκλήσεις εκδίδει την αυτοβιογραφία του Λιμόνοφ Είμαι εγώ, ο Έντι με τον άγρια προβοκατόρικο τίτλο Ένας Ρώσος Ποιητής Προτιμάει τους Μεγάλους Νέγρους. Έτσι ο Λιμόνοφ μπαίνει στους ευρωπαϊκούς λογοτεχνικούς κύκλους ως ο Ρώσος πανκ συγγραφέας, τον οποίο οι κριτικοί συγκρίνουν με τον Ζαν Ζενέ και τον Χένρι Μίλερ.

«Πυροβολούσα στον αέρα»

«Πυροβολούσα στον αέρα». Έτσι δικαιολογεί στον Καρέρ την επίμαχη σκηνή με το μυδραλιοβόλο. Μόνο που ο Λιμόνοφ δεν βρισκόταν εκεί τυχαία. Λίγο μετά τους πρώτους πυροβολισμούς ανάμεσα στους Κροάτες παραστρατιωτικούς και τους Σέρβους πολιτοφύλακες που σήμαναν την αρχή της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας, ο Λιμόνοφ βρέθηκε στο πεδίο της μάχης στο πλευρό των Σέρβων, όχι πια ως ποιητής, αλλά ως κάποιος που έχει ως αρχή την φράση του Ηράκλειτου «πόλεμος πάντων μὲν πατήρ ἐστι». Ο πόλεμος είναι πατέρας και κυρίαρχος των πάντων. Φοράει πιστόλι στη ζώνη, αυτοανακηρρύσσεται αρχηγός των Ρώσων εθελοντών, φωτογραφίζεται δίπλα στον αρχηγό των αιμοσταγών Τίγρεων, Αρκάν, και παίρνει συνέντευξη από τον Ράντοβαν Κάρατζιτς, τον ηγέτη των Σερβοβόσνιων και υπεύθυνο για την πολιορκία του Σεράγεβο.

Επιστρέφει στη Μόσχα ως βετεράνος πολέμου, όπως πάντα ονειρευόταν. Όμως η κατάσταση εκεί θυμίζει πλέον άγρια δύση. Αν ο Γκορμπατσόφ συνέβαλε στην κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος, ο Γέλτσιν που τον διαδέχεται κυβερνά στο απόλυτο χάος, όπου τον δημόσιο πλούτο λυμαίνονται λίγοι ολιγάρχες περιστοιχισμένοι από επίφοβες συμμορίες. Εδώ δεν υπάρχει ο ρομαντισμός των συμμοριτών που λάτρεψε ο έφηβος Λιμόνοφ -αυτοί εδώ οι μπράβοι κουβαλούν πάνω τους ολόκληρα οπλοστάσια και εξοντώνουν ανενόχλητοι τους αντιπάλους τους.

«Στάλιν, Μπέρια, Γκουλάγκ»

Ο Λιμόνοφ φλέγεται να σώσει την πατρίδα. Βρίσκει σύμμαχο κάποιον που είναι πολύ πιο αμφιλεγόμενος και από τον ίδιο: τον Αλεξάντρ Ντούγκιν. Ο Ντούγκιν αυτοαποκαλείται εθνικιστής φιλόσοφος και στην πολιτική του φιλοσοφία αναμειγνύει τον Μουσολίνι με την Ρόζα Λούξεμπουργκ, τον Τζούλιους Έβολα με τον Γκι Ντεμπόρ, τον Μισίμα με την Φράξια Κόκκινος Στρατός «γιατί αυτό που μετράει είναι η ζωτική ορμή».

Το Εθνικομπολσεβικικό Κόμμα που θα γεννηθεί από αυτούς τους δύο θα έχει σημαία κόκκινη με άσπρο φόντο που μοιάζει πολύ με τη ναζιστική, μόνο που στη θέση της σβάστικας βρίσκεται το σφυροδρέπανο.

Όργανο του κόμματος είναι η εφημερίδα Λιμόνκα που σημαίνει λεμονάκι αλλά και χειροβομβίδα. Η Λιμόνκα θα αλλάξει για μία ακόμα φορά το πεπρωμένο του Λιμόνοφ. Ενόσω ο Ντούγκιν γράφει τα αρτηριοσκληρωτικά του άρθρα για τους Εβραίους και τον καπιταλισμό, ο Λιμόνοφ σχεδιάζει την εφημερίδα σαν πανκ φανζίν με πολεμικά κείμενα, κακότεχνες φωτογραφίες και πολύ ροκ εν ρολ.

Με την αισθητική του, κερδίζει τους «νάσμπολ», τους Ρώσους πιτσιρικάδες που δεν γουστάρουν τη καινούργια νομεκλατούρα των νεόπλουτων και φωνάζουν το σύνθημα «Στάλιν, Μπέρια, Γκουλάγκ». Θέλουν να πολεμήσουν αυτή τη νέα πραγματικότητα με τις κιθάρες, τα σκισμένα τζιν, τις μοϊκάνες και τις αρβύλες. Οι φασαριόζοι αυτοί χούλιγκαν είναι πια η μοναδική αντικουλτούρα της Ρωσίας, όπως εξηγεί ένας από αυτούς, ο Ζάχαρ Πιρλέπιν, στο βιβλίο του Σάνκια (κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Τόπος).

Ο Λιμόνοφ περιτριγυρισμένος από τους σωματοφύλακες του σε αντικυβερνητικό "αντικαπιταλιστικό" συλλαλητήριο στη Μόσχα το 2012. Φωτογραφία: AP Photo/Sergey Ponomarev.

Όταν ο Γέλτσιν θα κηρύξει τη διάλυση του κοινοβουλίου και νέες εκλογές, ο Λιμόνοφ θα πολεμήσει ξανά. Μαζί με μία χούφτα σταλινικούς και εθνικιστές ανταποκρίνεται στο κάλεσμα του αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, στρατηγού Ρουτσκόι, να υπερασπιστούν τη Βουλή και να συλλάβουν τον Γέλτσιν. Η σύντομη εξέγερση θα πνιγεί στο αίμα και ο Λιμόνοφ θα γλυτώσει με μία σφαίρα στον ώμο.

Παραδόξως δεν θα συλληφθεί επί Γέλτσιν, αλλά μόλις ο Πούτιν θα πάρει την εξουσία. Ο νέος πρόεδρος, αφού ξεμπερδέψει με την εξουδετέρωση των ολιγαρχών, διαλύει τις ακροδεξιές ομάδες, ανάμεσα στις οποίες βρίσκεται και το Εθνικομπολσεβικικό κόμμα του Λιμόνοφ και του Ντούγκιν.

Ο Λιμόνοφ θα βρεθεί στην απομόνωση κι έπειτα σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας. Τώρα, όταν καταγράφει τις εμπειρίες του, οι διανοούμενοι της Δύσης τον αποθεώνουν. Καθώς για αυτούς ο Πούτιν είναι ο νέος τύραννος της Ρωσίας, ο Λιμόνοφ δεν είναι πια ένας απλοϊκός φασίστας, αλλά ο νέος Ντοστογιέφσκι.

Οι ηγέτες του αντικυβερνητικού μπλοκ, ο πρώην πρωταθλητής του σκάκι Γιούρι Κασπάρoφ και ο Έντουαρντ Λιμόνοφ, αφού πια έχει απαγορευθεί το ριζοσπαστικό Εθνικό Μπολσεβιβικό Κόμμα του, στις εκλογές του 2007 κρατούν ψηφοδέλτια με διαγραμμένα όλα τα υποψήφια κόμματα. Φωτογραφία: ΑP Photo/Sergey Ponomarev.

Ο Καρέρ αφήνει τον Λιμόνοφ το 2009, μετά από την εκλογική ήττα του κόμματος που ίδρυσε μαζί με τον πρώην πρωταθλητή του σκακιού, Γιούρι Κασπάροφ. Αλλά πριν τον αφήσει, κάνει την αναπόφευκτη σύγκριση: Ο Πούτιν και ο Λιμόνοφ δεν διαφέρουν ιδιαίτερα. Ο Λιμόνοφ, τριγυρισμένος από σωματοφύλακες και ανήλικες θαυμάστριες, γράφει ότι ο Πούτιν είναι ένας γίγαντας με πήλινα πόδια, αλλά κατά βάθος δεν φαίνεται να το πιστεύει. Εξάλλου έχει πια ταχθεί στο πλευρό του στο θέμα της Ουκρανίας.

Κι όπως και ο ισχυρός άνδρας της Ρωσίας, πιστεύει κι αυτός στο ιησουιτικό ρητό ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, απεχθάνεται τους δήθεν ανθρωπιστές, σέβεται το θάρρος και μισεί την απληστία και τη δειλία. Απλά ο Πούτιν τα κατάφερε πολύ καλύτερα από τον Ρώσο ποιητή που ήθελε να ηγηθεί μίας στρατιάς απόκληρων και σήμερα είναι καθοδηγητής μόνος μίας δράκας πιτσιρικάδων που λατρεύουν τον Στάλιν, τον Τζιμ Μόρισον και τον Μπρους Λι -κι όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.