ΣΤΟΥΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥΣ

Νέες ταινίες: Η Κέιτ Γουίνσλετ στη νέα ταινία του Γούντι Αλεν βάζει πλώρη για τα Οσκαρ [κριτική & τρέιλερ]

Νέες ταινίες: Η Κέιτ Γουίνσλετ στη νέα ταινία του Γούντι Αλεν βάζει πλώρη για τα Οσκαρ [κριτική & τρέιλερ]

Η 48η ταινία του Γούντι Άλεν με μια καταπληκτική Κέιτ Γουίνσλετ κάνει πρεμιέρα στους κινηματογράφους.  

Παράλληλα βγαίνουν στις αίθουσες το «Τετράγωνο» του Ρούμπεν Έστλουντ που απέσπασε τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες, ένα συγκινητικό animation για μικρούς και μεγάλους και ο Αλέξανδρος Βούλγαρης που ξετυλίγει το «Νήμα» του.

Στους κινηματογράφους και η  επαναπροβολή της «Μήδειας» του Παζολίνι με τη μεγάλη Μαρία Κάλλας.

Wonder Wheel
Σενάριο- Σκηνοθεσία: Γούντι Αλεν
Παίζουν: Κέιτ Γουίνσλετ, Τζιμ Μπελούσι, Τζάστιν Τίμπερλεϊκ, Τζούνο Τεμπλ

Στο Κόνι Άιλαντ της δεκαετίας του '50, η σύζυγος ενός μεσήλικα χειριστή καρουζέλ στην παραλιακή Προμενάντ, ερωτεύεται παράφορα έναν ναυαγοσώστη, τον οποίο φλερτάρει παράλληλα και η κόρη του συζύγου της.

Ο Γούντι Άλεν επιστρέφει στην αγαπημένη του Νέα Υόρκη με ένα τεχνικολόρ ρομάντζο που τοποθετείται στη δεκαετία του ‘50.
«Wonder Wheel» είναι η ονομασία ενός ψυχαγωγικού πάρκου στο Κόνι Άιλαντ, που επέλεξε αυτή τη φορά ο Αμερικανός δημιουργός για να πει την 48η στη σειρά ιστορία του. Εκεί κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’50 ζει μια πρώην απογοητευμένη ηθοποιός, η Τζίνι, με τον μικρό πυρομανή γιο της και τον δεύτερο σύζυγό της. Εργάζεται ως σερβιτόρα σε ένα εστιατόριο με θαλασσινά και η μόνη της ευχαρίστηση είναι να διαβάζει περιοδικά με σταρ του σινεμά, ενώ ο σύζυγός της, Χάμπτι εργάζεται στο λούνα παρκ και προσπαθεί να ξεπεράσει την εξάρτησή του από το αλκοόλ. Σε μια από τις βόλτες της στην παραλία θα συναντήσει έναν νεαρό ναυαγοσώστη, τον Μίκι, που σπουδάζει σενάριο, και θα παρασυρθεί σε μια σχέση πάθους. Όταν όμως εκείνος γνωρίζει την κόρη του άντρα της που την κυνηγάει η μαφία, η μοιραία τους σχέση θα τελειώσει και η Τζίνι θα ερμηνεύσει τον πιο σπαραχτικό ρόλο της ζωής της.

Ο Γούντι Άλεν συνδυάζει δύο μεγάλες του αγάπες - τη Νέα Υόρκη και το αμερικανικό θέατρο- και αξιοποιώντας μοναδικά το περιβάλλον του, στήνει ένα υπέροχο παραμύθι για τις αποτυχίες και τα μεγάλη πάθη. Ο μεγαλοφυής Βιτόριο Στοράρο αναλαμβάνει τη διεύθυνση φωτογραφίας, δημιουργώντας ένα ονειρικό σύμπαν με vintage ατμόσφαιρα και ο Άλεν χρησιμοποιώντας κατά βάση τρία μόνο location αποδεικνύει πως η ποικιλία δεν στηρίζεται στις διαρκείς εναλλαγές, αλλά στην πολυπλοκότητα των χαρακτήρων.
Ξεκινώντας από την προσωπικότητα της Τζίνι, η οποία θυμίζει ηρωίδα του Τένεσι Ουίλιαμς, που της αρέσει να παίζει στη ζωή αφού δεν τα κατάφερε στη σκηνή, ο Γούντι Άλεν οδηγεί τη σκηνοθεσία του σε μια θεατρικότητα, που την μπολιάζει με το ιδιαίτερο χιούμορ και τις μικρές εκείνες λεπτομέρειες που κάνουν τις ταινίες του να ξεχωρίζουν. Αυτή τη φορά βέβαια μερικοί από τους χαρακτήρες, όπως ο σινεφίλ προβληματικός γιος της σεναριακά δεν αναπτύσσονται αρκετά και συχνά δεν ξεκαθαρίζει το ψυχικό τους τοπίο, όμως οι λάτρεις του σκηνοθέτη σίγουρα δεν θα απογοητευτούν, καθώς κι εδώ ο αγαπημένος Γούντι κάνει αυτό που ξέρει καλά: λέει μια καλή ιστορία.

Η Κέιτ Γουίνσλετ με μια οσκαρική ερμηνεία δίνει σάρκα και οστά σε μια ηρωίδα που ακροβατεί ανάμεσα στη θλιβερή της αλήθεια και στα ματαιωμένα της όνειρα- συγκλονιστική στη σκηνή όπου ως άλλη Μπλανς Ντι Μπουά « παίζει» κυριολεκτικά το φινάλε του δράματός της. Ο Τζιμ Μπελούσι σε μια από τις καλύτερες εμφανίσεις του υποδύεται τον αλκοολικό, ευάλωτο σύζυγό της με επικινδυνότητα και αφέλεια, ενώ ο Τζάστιν Τίμπερλεϊκ στον ρόλο του νεαρού Ρωμαίου της παραλίας τα καταφέρνει πολύ καλύτερα από άλλους τραγουδιστές που δοκίμασαν την τύχη τους στην υποκριτική, χωρίς όμως να κάνει την έκπληξη.

Το Τετράγωνο, (The Square)
Σενάριο-Σκηνοθεσία: Ρούμπεν Έστλουντ
Παίζουν: Κλες Μπανγκ, Ελίζαμπεθ Μος, Ντόμινικ Γουέστ, Τέρι Νοτάρι

O Κρίστιαν είναι ένας επιμελητής εκθέσεων σύγχρονης τέχνης που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στα καθήκοντά του ως διαζευγμένος πατέρας και καλός πολίτης. Ώσπου μια μέρα, η κλοπή του κινητού και του πορτοφολιού του θα ξυπνήσει μια άγνωστη πτυχή του εαυτού του.

H ταινία που κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα στο 70ο Φεστιβάλ Καννών, είναι μια πικρή σάτιρα για τη σύγχρονη Τέχνη, αλλά και του κατεστημένου που την προωθεί.

Ο Κρίστιαν, ένας συμπαθής και δημοκρατικός curator, εργάζεται στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Σε ένα από τα εκθέματα, το « Τετράγωνο», ένα installation που ο ίδιος έχει στήσει, το κοινό καλείται να δείξει την εμπιστοσύνη του την ανθρωπότητα, αφήνοντας χωρίς επίβλεψη το κινητό και το πορτοφόλι του. 
Όταν όμως ο Κρίστιαν θα πέσει θύμα μιας ληστείας, καταρχάς θα πρέπει πρώτα να δώσει την δική του απάντηση στην ερώτηση, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να διαχειριστεί τις δυο κόρες του, μια Αμερικανίδα ερωμένη, καθώς και το νέο του πρότζεκτ, αλλά και τα προβλήματα που του δημιουργεί.
Ο Ρούμπεν Έστλουντ νίκησε τον υπαρξιακό στοχασμό του Χάνεκε, την αισθητική αρτιότητα της Κόπολα αλλά και τους συγκινητικούς « 120 χτύπους το λεπτό » του Ρομπέν Καμπιγιό με μια ταινία που σχολιάζει την σύγχρονη Τέχνη με πικρό χιούμορ, αναζητώντας τα όρια της ελεύθερης έκφρασης. Πού σταματάει η ελευθερία ενός καλλιτέχνη, έχει νόημα η σύγχρονη τέχνη, είναι το νόημα το ζητούμενό της, μπορεί τελικά να διαδραματίσει έναν καταλυτικό ρόλο στην κοινωνία, κι αν ναι πόσο επικίνδυνο μπορεί να γίνει αυτό; Τα μεγάλα προβλήματα της ανθρωπότητας και οι αδικίες μπορούν τελικά να λυθούν μέσω αυτής, ή η τέχνη περιορίζεται απλώς σε μια ναρκισσιστική διαδικασία που αδιαφορεί για τα όσα συμβαίνουν;

Άλλοτε αποκαθηλώνοντας τελείως την σύγχρονη αισθητική- χαρακτηριστική η σκηνή που ένα από τα έργα του μουσείου καταστρέφετα, ι αλλά πολύ εύκολα οι υπεύθυνοι μπορούν να το ξαναφτιάξουν χωρίς την παρουσία του καλλιτέχνη- κι άλλοτε οδηγώντας τα πράγματα στα άκρα, όπως η σκηνή της perfomace του πιθηκανθρώπο, ο Έστλουντ δημιουργεί ερωτηματικά με σκωπτική διάθεση, χωρίς όμως ποτέ να αποκαλύπτει ξεκάθαρα την άποψή του, επιτρέποντας στον θεατή να διαμορφώσει τη δική του γνώμη, δίνοντας έτσι με το έργο του έτσι ένα καλό παράδειγμα σχετικά με τη δημοκρατικότητα της τέχνης. Από ένα σημείο και μετά όμως παρασύρεται σε ψυχολογισμούς και προσπαθεί να δικαιολογήσει τους ήρωές του, που καταρχάς χρησιμοποίησε ως φορείς ιδεών κι όχι τόσο ως χαρακτήρες, οδηγώντας τελικά την ταινία του σε ένα ρεαλιστικό φινάλε, που αποδυναμώνει τον ιδεολογικό του προσανατολισμό.

Παραδόξως όμως απέσπασε τον Χρυσό Φοίνικα, αν και σαφώς οι ταινίες που είχε να συναγωνιστεί είναι αν μην τι άλλο πιο συνεπείς ως προς τις προθέσεις τους. Όμως αυτή η απόφαση της επιτροπής μάλλον δείχνει το πρόβλημα της τέχνης σήμερα και την αγωνία των καλλιτεχνών σχετικά με τον ρόλο που καλούνται να παίξουν αυτή την εποχή.

Το Νήμα
Σενάριο- Σκηνοθεσία: The Boy
Παίζει η Σοφία Κόκκαλη

Το νήμα που συνδέει τους κόσμους των δύο πρωταγωνιστών, της Νίκη και του Λευτέρη, είναι η μνήμη, η βία και μια μάχιμη ελπίδα. Η αφοσίωση της Νίκης στην Αντίσταση προδίδει την αδυναμία της να ανταποκριθεί ως μητέρα. Ο Λευτέρης, ο γιος της, κληρονομεί ένα παρελθόν που πότε του δεν ονειρεύτηκε. Μέχρι που μια μέρα, το νήμα που τους συνδέει, ένας αόρατος ψυχολογικός ομφάλιος λώρος, κόβεται. Ο αγώνας της Μητέρας για τα πολιτικά της πιστεύω μεταμορφώνεται σε ψυχολογικές αλυσίδες που φυλακίζουν τον Γιο, ο οποίος πρέπει να αγωνιστεί για τη δική του ελευθερία και να αναζητήσει τη δική του λύτρωση.

Ο Τhe Boy (κατά κόσμον Αλέξανδρος Βούλγαρης) επιστρέφει με ένα ψυχολογικό θρίλερ επιστημονικής φαντασίας, όπως λέει ο ίδιος, όπου οι προσωπικές του αναφορές συναντούν τις αναζητήσεις της γενιάς του, αποδεικνύοντας για ακόμα μια φορά ότι εκπροσωπεί το Greek weird wave.
Δυο μόνο πρόσωπα πρωταγωνιστών στη δυστοπική ιστορία του, που στην ουσία είναι ένα, αφού τα ενώνει το νήμα της διαδοχής. Από τη μία η Νίκη , που έρχεται από τη δεκαετία του ’70 και την περίοδο της δικτατορίας, μια αγωνίστρια που παλεύει για έναν καλύτερο κόσμο, όμως αδυνατεί να ανταποκριθεί στον ρόλο της μητέρας. Από την άλλη, ο γιος της ο Λευτέρης, που ζει στα 90’s, αναζητώντας την δική του ταυτότητα.

Ο Βούλγαρης δεν έχει ζήσει της δικτατορία αλλά γνωρίζει τα όσα έγιναν μέσα από αφηγήσεις και καταγραφές. Όμως κινηματογραφεί με απόλυτα εικαστικό τρόπο την δική του οπτική για εκείνη την περίοδο, που στοιχειώνει με έναν τρόπο όλους τους εκπροσώπους της γενιάς του, παντρεύοντας στη ουσία την ιστορική παρακαταθήκη με το βίωμα της σύγχρονης εποχής. Παράλληλα όμως με ψυχαναλυτική διάθεση ανιχνεύει το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα που κατατρύχει αυτές τις δυο γενιές και τον ομφάλιο λώρο που ενώνει δυο κόσμους, που ο καθένας διεκδικεί τη δική του φωνή και ύπαρξη. Έτσι φτάνει ως το 1990, την εποχή δηλαδή που ο ίδιος γνωρίζει καλά, για να παρουσιάσει πώς ο γιος της Νίκης προσπαθεί να διαχειριστεί το εσωτερικό του χάος και τους εφιάλτες του.

Τα κομμάτι της Νίκης, που καταλαμβάνει και το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας, αποτελεί μια πρωτότυπη μαρτυρία της νέας γενιάς για το παρελθόν κι εδώ ο Βούλγαρης αποδεικνύει την ικανότητά του ως σεναριογράφος και σκηνοθέτης δημιουργώντας έντονες εικόνες, γεμάτες αλληγορίες και συμβολισμούς, που λειτουργούν στο ασυνείδητο του θεατή. Το μέρος που αναλογεί στον Λευτέρη σφύζει από προσωπικές αναφορές, που περιπλέκονται σε ένα προσωπικό σύμπαν, όπου κυριαρχούν οι σεξουαλικές αναζητήσεις, μέσα από τις οποίες ο σκηνοθέτης αναζητάει τη βαθύτερη αιτία που αυτή η διαδοχή γίνεται έως και βασανιστική. 

Επιλέγοντας μία μόνο ηθοποιό, τη Σοφία Κόκκαλη, η οποία βραβεύτηκε για την ερμηνεία της από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου, να υποδυθεί και τους δυο ρόλους, δημιουργεί έναν ασφυκτικό κλοιό, καταγράφοντας έτσι την αγωνία και το χάσμα δύο γενεών που προσπαθούν να συμβιώσουν. Τα υπόλοιπα πρόσωπα δεν εμφανίζονται ποτέ καθαρά- βλέπουμε τα χέρια τους, τα χείλη τους, ή απλώς ακούμε τις φωνές τους- κι έτσι το βάρος πέφτει στην Κόκκαλη που εξαιρετικά ερμηνεύει την εύθραυστη Νίκη, ακροβατώντας ανάμεσα στην επαναστατική διάθεση και την απογοήτευση. Όταν γίνεται Λευτέρης, στόχος δεν είναι η απόλυτη μεταμόρφωση αλλά η σωματοποίηση του Νήματος, πράγμα που η Κόκκαλη καταφέρνει εντυπωσιακά.

Ζούγκλα (Jungle)
Σκηνοθεσία: Γκρεγκ ΜακΛιν
Παίζουν: Ντάνιελ Ράτκλιφ, Αλεξ Ράσελ, Τόμας Κρέτσμαν, Γιασμίν Κασίμ

Στις αρχές της δεκαετίας του '80, ένας Ισραηλινός εξερευνητής, ο Γιόσι Γκίνσμπεργκ ταξιδεύει στη Βολιβία, μετά από τρία χρόνια θητείας στον στρατό , για μια περιήγηση στη ζούγκλα του Αμαζονίου. Εκεί θα συναντήσει τον Μάρκους Σταμ, έναν Ελβετό δάσκαλο, και τον Κέβιν Γκέιλ, έναν Αμερικανό περιηγητή και φωτογράφο. Η φήμη για την ύπαρξη μιας χαμένης φυλής Ινδιάνων θα τους οδηγήσει όλους στα βάθη της ζούγκλας.

Μια αληθινή ιστορία επιβίωσης στα βάθη του Αμαζονίου με τον Ντάνιελ Ράτκλιφ.

Ο Γκρεγκ Μακ Λιν (Wolf Creek», «The Belko Experiment») βασίζεται στο best seller του Γιόσι Γκίνσμπεργκ, που στις αρχές της δεκαετίας του ’80 σε ηλικία 22 χρόνων βρέθηκε να ταξιδεύει με ένα σακίδιο στον ώμο και με μια άσβεστη δίψα για περιπέτεια στη Νότιο Αμερική. Στη Βολιβία, ένας περίεργος Σουηδός του μίλησε για μια φυλή Ινδιάνων που υποτίθεται ότι ζούσε στα βάθη της ζούγκλας, οπότε ο Γιόσι και οι φίλοι του, αναζητώντας τη δράση, ακολούθησαν αυτόν τον άγνωστο άντρα σε μια εξαιρετικά επικίνδυνη διαδρομή.
Μετά από πολλές κακουχίες, ο Γιόσι έχασε την ομάδα του και βρέθηκε μόνος του στην αφιλόξενη ζούγκλα για τρεις ολόκληρες εβδομάδες. Κανένας δεν πίστευε ότι θα παρέμενε ζωντανός, εκτός από τον φίλο του και φωτογράφο Κέβιν, ο οποίος τελικά σε πείσμα όλων τον ανακάλυψε και τον έσωσε.
Συνήθως στις περιπέτειες επιβίωσης παρακολουθούμε πώς οι άνθρωποι επιστρέφουν στο αρχέγονο ένστικτο και οι όποιες αξίες καταλύονται μπροστά στην άσβεστη επιθυμία για ζωή. Η περίπτωση όμως του Γιόσι που εξετάζει ο ΜακΛιν ακολουθεί μια ιδιαίτερη πορεία: η ομάδα των εξερευνητών ξεκινάει αποφασισμένη για όλα, σκοτώνει και καταβροχθίζει ανενδοίαστα ζώα και αντιμετωπίζει στην ουσία τη φύση ως ένα πάρκο με παιχνίδια. Σταδιακά όμως όλη η ομάδα και κυρίως ο Γιόσι που θα βρεθεί τελικά μόνος του στα βάθη της ζούγκλας, ενώνεται με το φυσικό στοιχείο, μαθαίνει να το σέβεται και τελικά αναγνωρίζει τη δύναμή του.

Ο ΜακΛιν αξιοποιεί στο έπακρο την ομορφιά του τοπίου, με πλάνα που θυμίζουν ντοκιμαντέρ του National Geographic, και κρατάει έναν σωστό αφηγηματικό ρυθμό, επενδύοντας όχι μόνο
στη δράση αλλά κυρίως στις εσωτερικές πορείες των ηρώων του. Μάλιστα κινηματογραφεί με μια διαφημιστική σχεδόν λογική τις παραισθήσεις του Γιόσι, που όλες έχουν αναφορές τόσο σε στερεότυπα του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού, ο οποίος αναγνωρίζει για παράδειγμα την ευτυχία και την απόλαυση σε ένα burger. Στα σημεία που ο Γιόσι όμως επαναφέρει τις προσωπικές μνήμες και τα τραύματά του, ο ΜακΛιν εστιάζει στην εβραϊκή καταγωγή του ήρωά του, που τελικά θα βρει τον Θεό όχι στα βιβλία και στις θρησκευτικές διδαχές, αλλά στο σύμπαν, επιχειρώντας ένα θεολογικό σχόλιο που δεν αναπτύσσει σε βάθος.

Ο Ντάνιελ Ράτκλιφ, αν και σχετικά άπειρος, προσπαθεί να καταγράψει την εσωτερική πορεία του Γιόσι, όμως δεν καταφέρνει τελικά να ερμηνεύσει το αρχέγονο ένστικτο, κι έτσι πολύ συχνά η ερμηνεία του στηρίζεται στη σωματική εξάντληση και στην ταλαιπωρία που υφίσταται ο ήρωάς του μέσα στη ζούγκλα κι όχι τόσο στο μάθημα που τελικά παίρνει.

Εγώ, ο Κολοκυθάκης (Μa vie de courgette)
Σκηνοθεσία: Κλωντ Μπαρά
Σκηνοθετική επιμέλεια : Kωνσταντίνος Κακανάς
Με τις φωνές των ηθοποιών (στα ελληνικά): Εβελίνα Αραπίδη, Κωνσταντίνος Κακανάς, Σοφία Καψαμπέλη, Ελευθερία Μεταξά, Χρυσούλα Παπαδοπούλου, Ποίμης Πέτρου, Ιφιγένεια Στάικου, Διονυσία Τσιτιρίδου, Γιάννης Υφαντής

«Κολοκυθάκης» είναι το πολύ ιδιαίτερο παρατσούκλι ενός εννιάχρονου αγοριού, που μετά τον θάνατο της μητέρας του, μεταφέρεται σε ορφανοτροφείο από τον ευγενικό αστυνομικό Ρέιμοντ. Ο μικρός παλεύει να βρει τη θέση του σε αυτό το παράξενο και συχνά εχθρικό περιβάλλον. Με τη βοήθεια του Ρέιμοντ και των νέων του φίλων όμως, ο Κολοκυθάκης θα μάθει να εμπιστεύεται, θα βρει την αγάπη και μια νέα οικογένεια.
Ένα συγκινητικό animation , γυρισμένο με την τεχνική του stop-motion, υποψήφιο για Όσκαρ και Χρυσή Σφαλιρα, βασισμένο στο μυθιστόρημα «Autobiographie d’une Courgette»του Ζιλ Παρί.

Ο μικρός Ίκαρος, που όμως θέλει να τον φωνάζουν Κολοκυθάκη, ορφανός από πατέρα, θα χάσει και τη μητέρα του εξαιτίας ενός ατυχήματος. Ένας ευγενικός αστυνομικός θα τον μεταφέρει σε ένα ορφανοτροφείο και θα αποκτήσει μια ιδιαίτερη σχέση μαζί του. Όταν ένα κορίτσι εμφανιστεί στο ίδρυμα, τα παιδιά που φιλοξενούνται εκεί θα μάθουν την αξία της φιλίας και θα βρουν την αγάπη που έχουν στερηθεί.

Ο Κλωντ Μπαρά κινηματογραφεί τις ασύμμετρες με τα μεγάλα μάτια φιγούρες του καρέ καρέ, μεταξύ των οποίων παραμένουν εκείνες ακίνητες, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση μια κίνησης, γεγονός που προσφέρει στο συνολικό αποτέλεσμα υψηλή αισθητική. Οι κούκλες εδώ έχουν ύψος περίπου 10 εκατοστά και είναι κατασκευασμένες από διάφορα υλικά (αφρολέξ για τα μαλλιά, σιλικόνη για τα χέρια, ρητίνη για το πρόσωπο, ύφασμα για τα χειροποίητα ρούχα), όμως η καθεμία έχει τη δική της ξεχωριστή προσωπικότητα.

Με ευαισθησία και τρυφερότητα ο Μπαρά αφηγείται την ιστορία μιας παρέας παιδιών με πολύ σκοτεινές πλευρές, που όμως τελικά βρίσκουν τη λύτρωση, υπογραμμίζοντας ότι η παιδική κακοποίηση μπορεί να αντιμετωπιστεί αν η κοινωνία πράξει τα δέοντα.
Πριν από κάθε προβολή της ταινίας, θα παίζεται η μικρού μήκους «Ethnophobia» του Γιάννη Ζιόγκα.

Μαμάδες με Κακή Διαγωγή: Χριστούγεννα Εκτός Ελέγχου (A Bad Mom's Christmas)
Σενάριο- Σκηνοθεσία: Τζον Λούκας και Σκοτ Μουρ
Παίζουν: Μίλα Κούνις. Κάθριν Χαν, Κρίστεν Μπελ, Σούζαν Σάραντον, Κριστίν Μπαράνσκι, Τζέι Ερνάντες, Σέριλ Χάινς, Τζέιμς Τόμας

Η Έιμι, η Κάρλα και η Κίκι μπλέκονται σε νέες, όχι και τόσο χριστουγεννιάτικες περιπέτειες, όταν οι δικές τους μαμάδες αποφασίσουν να τις επισκεφτούν για τα Χριστούγεννα.
Την προηγούμενη εβδομάδα είδαμε τα προβλήματα των μπαμπάδων εν όψει Χριστουγέννων στο « Ξαναγύρισε ο μπαμπάς 2». Ακολουθώντας την ίδια λογική ο Τζον Λούκας και ο Σκοτ Μουρ υπογράφουν το άνευρο και καθόλου αστείο sequel της ταινίας « Μαμάδες με κακή διαγωγή», που είχε σπάσει τα ταμεία στην Αμερική.

Η Έιμι, η Κάρλα και η Κίκι τώρα υποδέχονται τις μαμάδες τους για να περάσουν μαζί τις γιορτές, οι οποίες μάλλον μόνο προβλήματα φέρνουν. Η πρώτη αυταρχική και παρεμβατική, η δεύτερη κάνει τα πάντα για να ασχολούνται μαζί της και η τρίτη εντελώς ανώριμη, υπακούουν σε ανέμπνευστα στερεότυπα.

Από εκεί και πέρα, φτηνά αστεία, λίγο σεξ, γυναίκες σε κατάσταση νευρικής κρίσης και διακοσμητικοί άνδρες συμπληρώνουν την εικόνα μιας ταινίας που αποθεώνει το κιτς των Χριστουγέννων, συνδυάζει την ευτυχία με την υπερκατανάλωση, έστω κι αν η μία από τις γιαγιάδες κατηγορείται ακριβώς για τον ίδιο λόγο, και τελικά υποστηρίζει όλα τα κλισέ και τις συμβάσεις της κινηματογραφικής βιομηχανίας που ετοιμάζεται κι αυτή για τα Χριστούγεννα.

Ο Θησαυρός
Σκηνοθεσία: Στράτος Μαρκίδης
Παίζουν: Παύλος Χαϊκάλης, Ελισάβετ Κωνσταντινίδου, Σωτήρης Καλυβάτσης, Γιάννης Τσιμιτσέλης, Φαίη Ξυλα, Μιχάλης Μαρίνος, Λευτέρης Ελευθερίου, Σοφία Μουτίδου, Δωροθέα Μερκούρη, Μάγδα Πένσου, Γιώργος Γιαννόπουλος, Αλέξανδρος Μπουρδούμης, Κατερίνα Στικούδη, Σπύρος Φωκάς και Δημήτρης Τζουμάκης

Σύγχρονη μεταφορά της κλασικής ταινίας «Ο θησαυρός του μακαρίτη» του Νίκου Τσιφόρου.
Μετά τους «Γαμπρούς της Ευτυχίας» και το «Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο Κοντός», ο Στράτος Μαρκίδης επιχειρεί ακόμα ένα remake από τη « χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου», αυτή τη φορά του «Θησαυρού του Μακαρίτη» του Νίκου Τσιφόρου με τη Γεωργία Βασιλειάδου και τον Βασίλη Αυλωνίτη μεταξύ άλλων.
Σε ένα παραθαλάσσιο χωριό της Κρήτης, η προσφάτως χήρα Θεώνη Κανελοπιπεράκη μένει στον ξενώνα της και προσπαθεί να αντεπεξέλθει στα χρέη, που της άφησε ο μακαρίτης συζυγος της. Τα δωμάτια όμως δεν ενοικιάζονται εύκολα. Έτσι, μαζί με την ανιψιά της, τη Λουκία, σκαρφίζονται ένα τέχνασμα: διαδίδουν πως στην πανσιόν ο μακαρίτης έχει κρύψει έναν θησαυρό. Πολύ γρήγορα το μέρος γεμίζει από θησαυροθήρες που με διάφορες δικαιολογίες ζητούν να νοικιάσουν ένα δωμάτιο.
Ανάμεσά τους, ο Νεόκοπος Χαιρετάκης, επί σαράντα χρόνια ερωτευμένος με τη Θεώνη, που λόγω μιας παλιάς βεντέτας δεν μπόρεσε να της εκφράσει τα συναισθήματά του, και ο Στέλιος Προυσαλάκης, ιδιοκτήτης πρακτορείου ΟΠΑΠ και ιδιαίτερα ζηλιάρης, με την Ιταλίδα γυναίκα του. Όλη η περιοχή είναι υπό τον έλεγχο του Μητσάκου Παρασχάκη, τοκογλύφου και μαφιόζου, που θέλει να «βάλει χέρι» στον ξενώνα της Θεώνης και να χτίσει στη θέση του πεντάστερο resort. Υπολογίζει όμως χωρίς την ξενοδόχο.

Ο αγώνας δρόμου για την ανεύρεση του θησαυρού ξεκινά, φέρνοντας στην επιφάνεια κωμικοτραγικά και αισθηματικά γεγονότα, που θα κάνουν άνω κάτω τη μικρή κοινότητα της περιοχής.

Επαναπροβολή:

Μήδεια (Medea)
Σκηνοθεσία: Πιερ Πάολο Παζολίνι,
Παίζουν: Μαρία Κάλλας, Μάσιμο Τζιρότι, Τζουζέπε Τσεντίλε, Λωράν Τερζιέφ, Μάρκαρετ Κλεμεντί

Η κατά Παζολίνι εκδοχή της «Μήδειας» του Ευριπίδη με τη Μαρία Κάλλας.
Ο Πιερ Πάολο Παζολίνι σκηνοθετεί την δική του εκδοχή της τραγωδίας του Ευριπίδη, «Μήδεια», με τη σπουδαία Μαρία Κάλλας στη μοναδική της κινηματογραφική εμφάνιση.

Ο Ιάσωνας επιστρέφει από την αργοναυτική εκστρατεία, έχοντας το Χρυσόμαλλο Δέρας κι είναι έτοιμος να παντρευτεί την Γλαύκη, κόρη του Κρέοντα. Έτσι, χωρίς ενοχές κι εξηγήσεις, εγκαταλείπει τη σύζυγό του και μητέρα των δύο παιδιών του, που λιώνει από τον πόνο. Όταν ο βασιλιάς την εξορίζει, εκείνη καταστρώνει ένα φρικτό σχέδιο εκδίκησης, σκοτώνοντας τα παιδιά της.

Πρόκειται για ένα στοχαστικό κινηματογραφικό δοκίμιο, που γυρίστηκε στην Καππαδοκία, όπου ο Ιταλός σκηνοθέτης, μένοντας πιστός στον μύθο, ακροβατεί ανάμεσα στη σύγκρουση της λογικής - την οποία εκπροσωπεί ο Ιάσονας - και της μανίας για εκδίκηση, που εκφράζει η πληγωμένη Μήδεια.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.