Η ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΜΙΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ

Το «Εδωδιμοπωλείον», του Παναγιώτη Θανόπουλου [εικόνες]

Το «Εδωδιμοπωλείον», του Παναγιώτη Θανόπουλου [εικόνες]

Η διαδρομή ενός αυτοδημιούργητου νεαρού παντοπώλη από τα πρώτα παραπήγματα της Παλαιάς Αγοράς το 1887 στη δημιουργία του μεγάλου παντοπωλείου και από εκεί στο σύγχρονο σουπερ μάρκετ. 

«Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1838 περισσότερο από το 75% των απασχολούμενων στη Ελλάδα ανήκαν στον τομέα της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, ενώ μόλις το 8,24 ασχολούνταν με το εμπόριο. Μέσα σε τρεις δεκαετίες ο πληθυσμός της Αθήνας δεκαπλασιάστηκε και στις αρχές του 20ού αιώνα το 40% του αστικού πληθυσμού της χώρας είχε εγκατασταθεί στην πρωτεύουσα» σημειώνουν η Λυδία Σαπουνάκη – Δρακάκη και η Μαρία Λουίζα Τζόγια – Μοάτσου στο πρώτο κεφάλαιο της μελέτης τους «Από τα “Εδώδιμα – Αποικιακά” στα Σούπερ Μάρκετ: Η πορεία 140 ετών μιας ελληνικής εταιρείας τροφίμων».

Το βιβλίο «Από τα Εδώδιμα-Αποικιακά στα σούπερ μάρκετ» καταγράφει την πορεία 140 ετών μιας ελληνικής εταιρείας τροφίμων που συνδέεται άρρηκτα με την ιστορία της πόλης. Πρόκειται για μια πρωτότυπη βιογραφία γεμάτη ντοκουμέντα, ανέκδοτες φωτογραφίες, αφηγήσεις και ιστορικά στοιχεία που δείχνουν πτυχές της ζωής μιας πόλης και δίνουν μια πολύ ζωντανή εικόνα της Αθήνας και των μεταλλάξεων της στο πέρασμα του χρόνου. Μέσα από τις στιγμές της ιστορίας μιας επιχείρησης, σκιαγραφείται μια διαφορετική ιστορία της Αθήνας που αναδεικνύει τις συνήθειες και την καθημερινότητα των κατοίκων της.

Το όραμα του «μπακαλόγατου»

Το 1866 ο Παναγιώτης Θανόπουλος είναι 14 ετών και, όπως πολλά παιδιά από φτωχές οικογένειες της επαρχίας, εγκαταλείπει την οικογένειά του στην ορεινή Αρκαδία για να αναζητήσει ένα καλύτερο μέλλον στην πρωτεύουσα. Εκείνα τα χρόνια οι νέοι χωρίς μόρφωση και εμπειρία έβρισκαν δουλειά ως «μπακαλόγατοι» στα παντοπωλεία της πόλης. Στο παντοπωλείο του Χρήστου Καραλή, στην οδό Ακαδημίας, ο νεαρός Παναγιώτης μαθαίνει τα πάντα σχετικά με το εμπόριο τροφίμων, τις σχέσεις με τους πελάτες και τη λειτουργία του καταστήματος. Έντεκα χρόνια μετά είναι έτοιμος να κάνει το τολμηρό βήμα και να ανοίξει το δικό του κατάστημα στην οδό Αιόλου, στον αριθμό 79, δίπλα στο περίφημο φωτογραφείο του Π. Μωραΐτη που υποδεχόταν όλη την καλή κοινωνία της Αθήνας. Την εποχή εκείνη η Αιολική Οδός ήταν ο πιο καλός εμπορικός δρόμος της πρωτεύουσας· φιλοξενούσε καταστήματα με είδη διατροφής και καταστήματα ένδυσης, ενώ στους πάνω ορόφους των διώροφων κτιρίων στεγάζονταν γραφεία και εργαστήρια ή κατοικούσαν σχετικά εύπορες οικογένειες.

Στα τέλη του 19ού αιώνα στους γύρω δρόμους υπήρχαν τα πάντα «από σφαγεία και κοτέτσια μέχρι ζωοστάσια και υπαίθρια υπνωτήρια». Η Αθήνα ήταν μια πόλη που μόλις είχε αρχίσει να γνωρίζει τις υγειονομικές διατάξεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι «στους χωματόδρομους έσταζε το αίμα από τα φορτωμένα σε κάρα σφαγμένα ζώα , ο ίδιος ο αμαξηλάτης ήταν μέσα στα αίματα», ενώ για να αποφύγουν τον φόρο σφαγείου, οι κρεοπώλες έσφαζαν τα ζώα μέσα στα καταστήματα τους ή ακόμη και στη μέση του δρόμου.

Η οδός Αιόλου ήταν η ιδανική επιλογή για κάποιον που ονειρευόταν να αλλάξει την εικόνα και τον τρόπο λειτουργίας των παντοπωλείων της πόλης. «Από την πρώτη στιγμή το νέο κατάστημα λειτούργησε με βάση τον εκσυγχρονισμό τόσο στην αισθητική του χώρου, όσο και στον τρόπο πώλησης των προϊόντων, παραμερίζοντας το τεφτέρι και την πίστωση». Το 1883 κάνει την πρώτη μεγάλη ανακαίνιση και φροντίζει να εμπλουτίσει τα ράφια του με εκλεκτά εδέσματα και προϊόντα πολυτελείας. «Στου Θανόπουλου το λαμπρόν αυτό παντοπωλείον, που είναι στο βασιλικόν εκεί Φωτογραφείον, χαβιάρι αριστούργημα και όλα τ’ άλλα είδη, κι εκτός αυτών για όρεξη ρακί και πάγο δίνει» διαβάζουμε στα ντοκουμέντα της εποχής.

Η μεγάλη πυρκαγιά το 1902 στο εμπορικό κέντρο της Αθήνας, ένα γεγονός που απασχόλησε πολύ τις εφημερίδες και ξεσήκωσε αντιδράσεις, κατέστρεψε ολοκληρωτικά το πρώτο κατάστημα. Λίγες μέρες μετά, ωστόσο, ο επιχειρηματίας άνοιξε ένα νέο μεγαλύτερο κατάστημα που «συγκέντρωσε τον θαυμασμό όλης της πόλης» για τον μοντέρνο τρόπο λειτουργίας, την αισθητική, την καθαριότητα, την ποικιλία και τη συμπεριφορά, αλλά και την εμφάνιση του προσωπικού. Οι καινοτομίες ήταν αποτέλεσμα των ταξιδιών στις χώρες της Ευρώπης. Οι πελάτες πλήρωναν, πλέον, επιδεικνύοντας το «κουπόνι» που τους είχαν δώσει οι πωλητές του καταστήματος, ενώ τα όσπρια και τα ζυμαρικά ήταν ζυγισμένα και συσκευασμένα σε χάρτινα πακέτα από 100 δράμια μέχρι μία οκά. Σε όλα τα προϊόντα αναγραφόταν η τιμή πώλησης, γεγονός που δεν ευνοούσε το σχετικό παζάρι που ήταν μια από τις συνήθειες της εποχής. Τα εμπορεύματα τοποθετήθηκαν σε διάφορα τμήματα και σε κάθε τμήμα υπήρχε ο υπεύθυνος και οι βοηθοί του –ήταν η αρχή του τέλους για τους «μπακαλόγατους». Το 1911 μάλιστα με αγγελία στις ημερήσιες εφημερίδες ζήτησε να προσλάβει γυναίκες ως πωλήτριες στο κατάστημά του, ένα χρόνο πριν την ψήφιση του νόμου για την εργασία των γυναικών.

Η γλαφυρή περιγραφή της εμπορικής Αθήνας του 19ου και του 20ού αιώνα και η εξέλιξη των πρακτικών του εμπορίου μέσα από την εξιστόρηση της πορείας της επιχείρησης μάς δίνουν ένα βιβλίο που διαβάζεται πολύ ευχάριστα Το δε επιμύθιο θα μπορούσε να είναι αυτό κάθε επιτυχημένης επιχειρηματικής ιστορίας: η καινοτομία, η πρωτοπορία και η προσήλωση στο στόχο είναι σίγουροι οδηγοί, ανεξάρτητα από τις συνθήκες.

INFO

ΑΠΟ ΤΑ «ΕΔΩΔΙΜΑ-ΑΠΟΙΚΙΑΚΑ» ΣΤΑ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ

Συγγραφείς: Λυδία Σαπουνάκη-Δρακάκη & Μαρία Λουΐζα Τζόγια- Δρακάκου

Εκδόσεις Καστανιώτη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.