Αντίο, Νίκο

Αντίο, Νίκο

Ο Αντώνης Μποσκοΐτης αποχαιρετά το Νίκο Παπάζογλου, ένα φίλο και ήρωά του.

Το 1997 δίνω εξετάσεις στο ΙΚΥ, αποσκοπώντας στην υποτροφία που θα με έστελνε για κινηματογραφικές σπουδές στο Λονδίνο και θα με γλίτωνε από το εμετικό στρατιωτικό.

Το βασικό τεστ ήταν το γύρισμα μιας μικρού μήκους ταινίας με συνεργείο της ΕΡΤ. Πρωί -πρωί στήνω το σκηνικό μου στην Πλάκα με τους συνεργάτες μου, μεταξύ των οποίων και ο Νότης Πιτσιλός, ο αείμνηστος λούμπεν σταρ του εγχώριου πορνό. Στους Αέρηδες ένας όμορφος άνδρας με μακρυά μαλλιά και κόκκινο φουλάρι πίνει ολομόναχος τον καφέ του. Είναι ο Νίκος Παπάζογλου, συναυλία του οποίου είχα δει μόλις την προηγούμενη με την παρέα μου στο Κατράκειο Θέατρο της Νίκαιας.

Τον πλησιάζω, τον χαιρετάω εγκάρδια. "Τι ειν' όλα αυτά, τι κάνεις;" με ρωτάει. "Ταινία γυρίζουμε" απαντάω. Σηκώνεται, πλησιάζει τον οπερατέρ (ούτε θυμάμαι ποιος ήταν) με την κάμερα. "Δεν κάνεις ένα πέρασμα;" τολμάω να τον ρωτήσω, εξηγώντας του ότι την ταινία αυτή δεν πρόκειται να τη δει κανείς κι ότι θέλω τη "συμμετοχή" του, έτσι, για γούρι. "Ευχαρίστως" ανταποκρίνεται πρόθυμα και στη στιγμή υποδύεται τον περαστικό που σταματάει στο περίπτερο για τσιγάρα. Δεν ήταν όμως τυχαίος περαστικός, αλλά ο Νίκος Παπάζογλου, ένας ήρωας μου για τα χρόνια εκείνα τουλάχιστον, που πρώτος με βοήθησε να περάσω από τους Rolling Stones και τους Cream στον Βασίλη Τσιτσάνη και την Πειραϊκή Τετράδα με τρόπο πηγαίο και διακριτικό, καταργώντας στυλ. Διότι οι νέοι για πολλά χρόνια καλώς ή κακώς έχουν ένα θέμα με το στυλ που επιλέγουν για πάρτη τους.

Την ίδια περίοδο ανακάλυπτα τη φιγούρα του να παίζει κιθάρα, 17 χρονών παιδί, στο νεοκυματικό "Δωμάτιο" (1965) του συντοπίτη του, Πάνου Σαββόπουλου. Μάθαινα για τους Blow Up και τις πρώτες ροκ απόπειρες στη Θεσσαλονίκη παρέα με τον συνθέτη Σαράντη Κασσάρα και άλλους φίλους. Το πέρασμα του από τους θρυλικούς Olympians εν έτει 1966, όταν ο Πασχάλης είχε πάει φαντάρος. Κι ακόμη για το συγκρότημα Ζηλωτής, με το οποίο στόχευε στη διεθνή καταξίωση ως ταλαντούχος νέος μουσικός. Τότε που ζούσε στο Άαχεν της Γερμανίας και ηχογραφούσε στο Μιλάνο της Ιταλίας. Το 1972, λέγεται, είχε ακόμη ένα ροκ σχήμα, τους Μακεδονομάχους, τόσο ροκ στα όρια του μέταλ, που τα έσπασαν όλα επί σκηνής κατά την αποχαιρετιστήρια συναυλία τους.

Το 1976 κατέβηκε στην Αθήνα, καλεσμένος του Διονύση Σαββόπουλου, αλλά και του Μανώλη Ρασούλη, στους οριακούς "Αχαρνής". Τραγουδάει την "Παράβαση" δίπλα στον Ηλία Λιούγκο, τον Νίκο Ζιώγαλα, τη Μελίνα Τανάγρη κι άλλους σημαντικούς πρωτοεμφανιζόμενους. Η παρέα αυτή γέννησε την "Εκδίκηση της γυφτιάς" σε μουσική του Νίκου Ξυδάκη. Στο εξώφυλλο, το πρόσωπο του σε μια φωτογραφία- δάνεια, όπως και ο τίτλος του έργου, από το LP "Chunga' s Revenge" του Frank Zappa. Τα τραγούδια ηχογραφούνται στο νεοσύστατο στούντιο του, το περίφημο "Αγροτικόν" στην Τούμπα της Θεσσαλονίκης, τη γειτονιά του.

Ακολουθούν τα "Δήθεν" το 1979, ένα χρόνο μετά την "Εκδίκηση της γυφτιάς", πάλι σε μουσική του Νίκου Ξυδάκη, σαν απάντηση κυρίως στους επικριτές αυτού του μικτού ήχου που ναι μεν διέθετε λαϊκό περίβλημα, ξεχείλιζε δε από ατόφιο ροκ συναίσθημα. Ο Μάνος Χατζιδάκις ξεχωρίζει το τραγούδι "Οι μάγκες δεν υπάρχουν πια" και το βάζει στην πεντάδα με τα καλύτερα της χρονιάς από εκείνους τους μοναδικούς διαγωνισμούς που έστηνε στο Τρίτο Πρόγραμμα. Το 1979 επίσης ο Νίκος Παπάζογλου μαζί με τη Βιτάλη, την Πρωτοψάλτη και την Αφροδίτη Μάνου συμμετέχει ως ερμηνευτής στη "Ρεζέρβα" του Σαββόπουλου.

Η ιδιαίτερη φωνή του ανακαλύπτεται κι από άλλους ομότεχνους του. Τραγουδάει ακόμη στο ντεμπούτο άλμπουμ των Χειμερινών Κολυμβητών το 1980 - 81. Το 1984 κυκλοφορεί το "Χαράτσι". Ιστορική στιγμή στο νεότερο ελληνικό τραγούδι! Οι άνθρωποι πανελληνίως ερωτεύονται με τον "Αύγουστο" του που θυμίζει αναγεννησιακή μπαλάντα. Ο πρώτος δίσκος του νέου καλλιτέχνη από τη συμπρωτεύουσα συζητιέται πολύ, αποκτώντας φανατικό κοινό. Αν και λαϊκός, διαθέτει τραγούδια σαν τον "Αύγουστο", διαχωρίζοντας τη θέση του από τη μεταπολιτευτική εκμετάλλευση- αναβίωση του ρεμπέτικου ρεπερτορίου. Η Λοξή Φάλαγγα είναι το συγκρότημα που τον συνοδεύει και συντροφεύει, παίζοντας ερασιτεχνικώς επαγγελματικά, όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται, ένα πρωτόγνωρο κράμα ηλεκτρικού και λαϊκότροπου ύφους.

Το 1986 το "Μέσω νεφών" φανερώνει στο εξώφυλλο την αγάπη του δημιουργού για τους αιθέρες και, βέβαια, τα επόμενα αριστουργηματικά τραγούδια του: το "Στη ρωγμή του χρόνου" του Νίκου Ξυδάκη που πρώτος ηχογράφησε ο στιχουργός του, Μανώλης Ρασούλης, την απαισιόδοξη "Καλημέρα", το εμβληματικό "Φύσηξε ο Βαρδάρης". Όλα αυτά τα χρόνια, το "Αγροτικόν" γίνεται ο μεγαλύτερος ανεπίσημος πολιτιστικός φορέας της Θεσσαλονίκης. Από κει περνούν οι βραχύβιοι ροκάδες Bicycle με τον Τέρρυ Παπαντίνα, ο Σωκράτης Μάλαμας, η Μελίνα Κανά, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, ο Λουδοβίκος των Ανωγείων, ο Μιχάλης Σιγανίδης, ο Αργύρης Μπακιρτζής με τους Χειμερινούς Κολυμβητές, ο Ισίδωρος Παπαδάμου και πολλοί- πολλοί άλλοι. Ηχογραφούν τα όργανα και τις φωνές τους, τους μύθους τους, χτίζοντας παράλληλα τον μύθο του νεότερου έντεχνου τραγουδιού. Με τη φωνή του Παπάζογλου ηχογραφείται το "Πότε Βούδας, πότε Κούδας" του Πέτρου Βαγιόπουλου και του Μανώλη Ρασούλη. Ο δίσκος πάει άπατος, όταν όμως κυκλοφορεί το live του Παπάζογλου με το τραγούδι αυτό μέσα, είναι τέτοια η καθολική αποδοχή που συμπαρασύρει στην επιτυχία και το άλμπουμ των Βαγιόπουλου - Ρασούλη, οδηγώντας μοιραία στην επανακυκλοφορία του. Επόμενο προσωπικό άλμπουμ, τρίτο κατά σειρά, τα "Σύνεργα" του ΄90. Ο νεότατος Ορφέας Περίδης τού 'χε αφήσει στην τσέπη ένα ντέμο με τα κομμάτια του "Φεύγω" και "Μάτια μου". Ο Νίκος Παπάζογλου τα εντάσσει στο δικό του άλμπουμ, χαρίζοντας το πρώτο βήμα σε ακόμη έναν σημαντικό τραγουδοποιό της επερχόμενης δεκαετίας. Δύο σημαντικές προσκλήσεις από την Αθήνα καθιερώνουν τον Παπάζογλου ως αναπόσπαστο μέρος πια του νεοελληνικού πολιτισμού: ο Μάνος Χατζιδάκις τον καλεί στον Σείριο την περίοδο 1987 - 888, όπου εμφανίζεται δίπλα στην αφρόκρεμα των τραγουδιστών- τραγουδοποιών της εποχής. Συμμετέχει ακόμη στο τηλεοπτικό "Ζήτω το ελληνικό τραγούδι" του παλιού του γνώριμου και συνταξιδευτή, Διονύση Σαββόπουλου. Με το άλμπουμ "Όταν κινδυνεύεις παίξε την πουρόύδα" (το κλάξον του ποδηλάτου στα κυπριακά), το 1995, ο Παπάζογλου προτείνει στο κοινό νέους στιχουργούς και δημιουργούς. Με τον συχωρεμένο Λάζαρο Ανδρέου συνυπογράφουν το καταπληκτικό "Εγώ δεν είμαι ποιητής". Η δισκογραφική παύση που ακολουθεί ευτυχώς δε συμβαδίζει με την συναυλιακή του. Οργώνει την Ελλάδα απ' άκρη σ' άκρη, αρνούμενος να στηρίξει τα νυχτερινά μαγαζιά, "δίνοντας χαρά" - όπως έλεγε - "και στη γιαγιά που δεν μπορεί να πάει σε νυχτερινό μαγαζί για ν' ακούσει μουσική και τραγούδια". Στο μεταξύ, άλλοι αναμένουν ανυπόμονα τον επόμενο δίσκο του και άλλοι νοσταλγούν την εμφάνιση του στο Άκτιο, το ελληνικό Woodstock, μαζί με τον Παύλο Σιδηρόπουλο, τον Δήμο Μούτση, τον Πορτοκάλογλου με τους Φατμέ, τους Φάντης Μπαστούνι κ.α. Το 2005 τον ξανασυναντάω στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης. Εκείνος βραβεύεται για τη μουσική του στην ταινία της Ελένης Αλεξανδράκη, εγώ για το "Ζωντανοί στο Κύτταρο- Σκηνές Ροκ". Άνταλλάσσουμε δυο λόγια, του θυμίζω ή, για την ακρίβεια, προσπαθώ να του θυμίσω εκείνο το προ 10ετίας γυρισματάκι στην Πλάκα και την πρώτη μας συνάντηση. Βγαίνει η "Μάισσα Σελήνη" του με εξώφυλλο της ζωγράφου κοινής φίλης, Ισμήνης Μπονάτσου. Οι "Στιγμές" σε στίχους της Πολυξένης Βελένη είναι ένα σπουδαίο τραγούδι που φέρει στοιχεία από τον "Αύγουστο", μια ακουστική λιτή και απέριττη μπαλάντα. Έκτοτε, ο Νίκος Παπάζογλου, ο Πουσπούλ ή ο Παπάζις, όπως τον έλεγαν οι πιο δικοί του άνθρωποι, εξακολουθεί να κινείται στον μοναχικό του δρόμο.

Όποτε δεν πετάει με το ιδιωτικό του αεροπλάνο, συμμετέχει σε μουσικές εργασίες φίλων του και όποτε δεν οργώνει το Αιγαίο με το ιστιοπλοϊκό του, βοηθάει νέους ταλαντούχους μουσικούς ως ερμηνευτής και παραγωγός. Πριν από ενάμισι χρόνο περίπου πληροφορηθήκαμε τον καρκίνο που του χτύπησε την πόρτα. "Θα τα καταφέρει" λέγαμε. Στην πραγματικότητα κανείς δεν ήθελε και δε μπορούσε να το χωνέψει. Σε σπάνια τηλεοπτική του εμφάνιση μιλάει δημόσια για το πρόβλημα υγείας του. "Όποιος δεν έχει συμφιλιωθεί με το θάνατο" είπε "δεν είναι καλά εντός του". Κι ακόμη "Εγώ ποτέ δεν είπα Αυτό που συμβαίνει στο διπλανό μου, δε μπορεί να συμβεί και σε μένα. Ποτέ!" Η είδηση του θανάτου ήρθε μια βροχερή Κυριακή στην Αθήνα. Ο Νίκος Παπάζογλου αφήνει ένα δυσαναπλήρωτο κενό, τεράστιο και ας μην ακουστεί καθόλου υπερβολικό αυτό. Η Θεσσαλονίκη με τα εκλεκτότερα παιδιά της, όπως και σύσσωμο το ελληνικό τραγούδι, σήμερα πενθούν. Παρακολουθούμε αμίλητοι και σαστισμένοι αυτό το ώριμο παιδί με την προσωπική ενδυματολογική άποψη να παίρνει το μπαγλαμαδάκι στα χέρια του και να γυρνάει την πλάτη στον θάνατο σαν ήρωας μοναχικός του Τσεζάρε Παβέζε στη Θεσσαλονίκη του 21ου αι.

Γεια σου, ρε φίλε, άξιε και αξέχαστε, καλή αντάμωση.

Αντώνης Μποσκοΐτης,

Αθήνα 17 Απριλίου 2011

http://bosko-hippydippy.blogspot.com/

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.