Στο επίκεντρο των διεθνών διπλωματικών εξελίξεων βρίσκονται ο πρόεδρος της Φινλανδίας, Αλεξάντερ Στουμπ, και ο πρωθυπουργός της Νορβηγίας, Γιόνας Γκαρ Στέρε, μετά την πρωτοβουλία τους να επικοινωνήσουν τηλεφωνικά με τον Ρώσο πρόεδρο, Βλαντίμιρ Πούτιν.
Στόχος αυτής της επικοινωνίας ήταν να συμβάλουν στην προώθηση της ειρηνευτικής διαδικασίας στην Ουκρανία.
Η επικοινωνία πραγματοποιήθηκε κατόπιν αιτήματος της ουκρανικής πλευράς και σε συντονισμό με Αμερικανούς απεσταλμένους, προκαλώντας έκπληξη σε αρκετούς Ευρωπαίους συμμάχους του Κιέβου. Πρόκειται για την πρώτη απευθείας επικοινωνία Ευρωπαίων συμμάχων της Ουκρανίας με τον Πούτιν μετά το τηλεφώνημα του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν τον Ιούλιο του 2025.
Η κίνηση αυτή φέρνει τους δύο Σκανδιναβούς ηγέτες στο προσκήνιο της διπλωματικής προσπάθειας για τον τερματισμό του πολέμου, σε μια περίοδο κατά την οποία η αμερικανική στήριξη προς την Ουκρανία εμφανίζει σημάδια κόπωσης, οι στρατιωτικές και οικονομικές ανάγκες του Κιέβου αυξάνονται και η Ευρώπη καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της.
«Εργαζόμαστε 100% για την Ουκρανία»
Ο Αλεξάντερ Στουμπ και ο Γιόνας Γκαρ Στέρε ξεκαθαρίζουν ότι δεν λειτουργούν ως ουδέτεροι διαμεσολαβητές, αλλά παραμένουν σταθερά στο πλευρό της Ουκρανίας.
«Εργαζόμαστε 100% για την Ουκρανία», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Φινλανδός πρόεδρος, εξηγώντας ότι ο ρόλος τους είναι περισσότερο υποστηρικτικός και προπαρασκευαστικός, δημιουργώντας τις κατάλληλες συνθήκες ώστε οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Βρετανία, η Ιταλία και η Ευρωπαϊκή Ένωση, να συμμετάσχουν ουσιαστικά στις διαπραγματεύσεις.
Από την πλευρά του, ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι χαρακτήρισε θετική την πρωτοβουλία, επισημαίνοντας ότι η Ευρώπη χρειάζεται επιπλέον διαύλους επικοινωνίας, ώστε να μην ενημερώνεται αποκλειστικά μέσω των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι η Φινλανδία και η Νορβηγία διατηρούν πολύ καλές σχέσεις με την Ουκρανία και συμβάλλουν ουσιαστικά στην υποστήριξή της.
Μια φιλία σχεδόν δύο δεκαετιών πίσω από τη διπλωματική πρωτοβουλία
Η συνεργασία των δύο ηγετών δεν είναι αποτέλεσμα συγκυρίας. Ο Στουμπ και ο Στέρε γνωρίζονται από το 2008, όταν υπηρετούσαν ως υπουργοί Εξωτερικών των χωρών τους, και έχουν αναπτύξει μια στενή προσωπική σχέση που διαρκεί σχεδόν δύο δεκαετίες.
Η γνωριμία τους ξεκίνησε στη Στοκχόλμη, όταν ο Στουμπ προσκάλεσε τον Νορβηγό ομόλογό του για πρωινό τρέξιμο. Λίγους μήνες αργότερα, μετά την τελετή απονομής των βραβείων Νόμπελ Ειρήνης τον Δεκέμβριο του 2008, οι δύο άνδρες πραγματοποίησαν μαζί εξόρμηση για σκι στα δάση του Όσλο.
Έκτοτε διατήρησαν στενή επικοινωνία, πραγματοποιώντας συναντήσεις και αθλητικές δραστηριότητες σε διάφορα μέρη της Ευρώπης. Κοινό στοιχείο τους είναι επίσης η γαλλική τους παιδεία. Και οι δύο έχουν σπουδάσει στη Γαλλία, ο Στουμπ στη Σορβόννη και ο Στέρε στο Sciences Po, ενώ μιλούν άπταιστα γαλλικά.
Σύμφωνα με ανθρώπους που γνωρίζουν τη συνεργασία τους, η προσωπική τους σχέση αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα στις διπλωματικές επαφές. Η στρατηγική τους είναι συντονισμένη, καθώς ο ένας μπορεί να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες που διευκολύνουν τον άλλον, περιορίζοντας τις πολιτικές πιέσεις σε δύσκολες διαπραγματεύσεις, σύμφωνα με το Βloomberg.
Γιατί Φινλανδία και Νορβηγία διεκδικούν ρόλο στις συνομιλίες με τη Μόσχα
Οι δύο χώρες διαθέτουν ιδιαίτερη γεωπολιτική θέση, καθώς συνορεύουν με τη Ρωσία και έχουν άμεσο ενδιαφέρον για την ασφάλεια της ευρύτερης περιοχής.
Η Φινλανδία διαθέτει χερσαία σύνορα με τη Ρωσία μήκους άνω των 1.300 χιλιομέτρων, αποτελώντας σημαντικό τμήμα της ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ. Η Νορβηγία, από την άλλη πλευρά, βρίσκεται κοντά στον ρωσικό Βόρειο Στόλο, στον οποίο περιλαμβάνονται πυρηνοκίνητα υποβρύχια.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η Αρκτική, όπου Νορβηγία και Ρωσία έχουν παρουσία στο αρχιπέλαγος του Σβάλμπαρντ. Μάλιστα, ο Στέρε είχε διαδραματίσει σημαντικό ρόλο το 2010, ως υπουργός Εξωτερικών, στις διαπραγματεύσεις με τη Μόσχα για την επίλυση μιας μακροχρόνιας εδαφικής διαφοράς στη Θάλασσα του Μπάρεντς.
Παράλληλα, ο Στουμπ είχε επιλεγεί το 2017 από τον πρώην πρόεδρο της Φινλανδίας και βραβευμένο με Νόμπελ Ειρήνης, Μάρτι Αχτισάαρι, για να αναλάβει την προεδρία του οργανισμού διαμεσολάβησης CMI, που είχε ιδρύσει ο τελευταίος.
Αντιδράσεις στην Ευρώπη: «Ο Πούτιν δεν θέλει την ειρήνη»
Η πρωτοβουλία των δύο ηγετών δεν έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από όλες τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
Η πρωθυπουργός της Δανίας, Μέτε Φρεντέρικσεν, εξέφρασε τον προβληματισμό της, υποστηρίζοντας ότι ο Πούτιν δεν επιθυμεί πραγματικά την ειρήνη:
«Είναι σαφές ότι ο Πούτιν δεν θέλει την ειρήνη, επομένως θα πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί στο να του δίνουμε ευκαιρίες», δήλωσε στους δημοσιογράφους στο Ελσίνκι η πρωθυπουργός της Δανίας, προσθέτοντας ότι αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό αυτή την «μονομερή πρωτοβουλία».
Ακόμη πιο επικριτικός εμφανίστηκε ο υπουργός Εξωτερικών της Εσθονίας, Μάργκους Τσάχκνα, ο οποίος υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη κίνηση υπονομεύει την ευρωπαϊκή ενότητα και προσφέρει στη Ρωσία ευκαιρίες προπαγανδιστικής αξιοποίησης της επικοινωνίας, παρουσιάζοντάς την κίνηση ως απόδειξη ότι οι σύμμαχοι της Ουκρανίας «πηγαίνουν στον Πούτιν για να τον παρακαλέσουν για ειρήνη».
Από την πλευρά του, ο ίδιος ο Πούτιν χαιρέτισε την πρωτοβουλία, δηλώνοντας ότι η τηλεφωνική επικοινωνία δείχνει πως «υπάρχουν ορισμένοι άνθρωποι στην Ευρώπη που δεν επιθυμούν μια στρατηγική ήττα της Ρωσίας και επιδιώκουν να την αποκατάσταση ενός εποικοδομητικού διαλόγου.
Το ευρωπαϊκό κενό και ο ρόλος των δύο Σκανδιναβών ηγετών
Η διπλωματική παρέμβαση Στουμπ και Στέρε πραγματοποιείται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία για την Ευρώπη. Η πολιτική αστάθεια σε σημαντικές ευρωπαϊκές χώρες, οι επερχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις και οι διαφορετικές προσεγγίσεις απέναντι στη Ρωσία δυσκολεύουν τη διαμόρφωση μιας ενιαίας στρατηγικής.
Την ίδια στιγμή, οι σχέσεις της Ουάσιγκτον με το Κίεβο δοκιμάζονται, ενώ η Ευρώπη καλείται να αναλάβει μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για τη στρατιωτική και οικονομική υποστήριξη της Ουκρανίας.
Παρότι η πρωτοβουλία δεν έγινε ομόφωνα αποδεκτή, δημιουργεί μια νέα ευκαιρία για την Ευρώπη να βρεθεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων σε μια κρίσιμη συγκυρία. Οι ΗΠΑ εμφανίζονται ολοένα λιγότερο πρόθυμες να στηρίξουν την Ουκρανία, οι στρατιωτικές και οικονομικές ανάγκες του Κιέβου αυξάνονται και η Ευρώπη αντιμετωπίζει ερωτήματα σχετικά με το για πόσο ακόμη μπορεί να διατηρήσει την υποστήριξή της. Την ίδια στιγμή, άλλες παραδοσιακές μεγάλες δυνάμεις, όπως η Γαλλία, η Γερμανία και η Ιταλία, βρίσκονται αντιμέτωπες με πολιτικές κρίσεις ή επικείμενες εκλογές.
Οι δύο Σκανδιναβοί ηγέτες είχαν ήδη αναλάβει κοινές πρωτοβουλίες σε διεθνές επίπεδο. Νωρίτερα μέσα στη χρονιά είχαν επιχειρήσει να παρέμβουν διπλωματικά στις αμερικανικές απειλές σχετικά με τη Γροιλανδία, ενώ λίγους μήνες αργότερα συνέβαλαν στην κινητοποίηση περίπου 30 ηγετών για τη ρύθμιση των προηγμένων μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης. Η πρωτοβουλία τους για προσέγγιση του Τραμπ σχετικά με τη Γροιλανδία προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση του Αμερικανού προέδρου, ο οποίος διαμαρτυρήθηκε για το γεγονός ότι δεν είχε λάβει το Νόμπελ Ειρήνης και διακήρυξε: «Δεν αισθάνομαι πλέον υποχρεωμένος να σκέφτομαι αποκλειστικά με γνώμονα την ειρήνη».
Οι αμφιβολίες των Ευρωπαίων ηγετών σχετικά με την επικοινωνία με τον Πούτιν είναι απίθανο να υποχωρήσουν. Ωστόσο, με τις ταραχές στη Γαλλία, την άνοδο της ακροδεξιάς στη Γερμανία, τις συχνές αλλαγές πρωθυπουργών στη Βρετανία και την επιδείνωση των σχέσεων του Τραμπ με την Ιταλίδα πρωθυπουργό Τζόρτζια Μελόνι, ο Στουμπ και ο Στέρε ενδέχεται, προς το παρόν, να αποτελούν μία από τις λίγες ρεαλιστικές επιλογές για συνομιλίες με τον Πούτιν.
«Διαφορετικά», δήλωσε ο Λίντεν, ερευνητής στο Ινστιτούτο Έρευνας για την Ειρήνη του Όσλο, «η διαδικασία ενδέχεται να αφεθεί αποκλειστικά στις ΗΠΑ, τη Ρωσία και την Κίνα, με αποτέλεσμα να παραμένει ασαφής η θέση της Ευρώπης και το κατά πόσο θα έχει θέση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων».