Σημαντικές ανισότητες, μεγάλες αποκλίσεις στις χρεώσεις και δυσανάλογες επιβαρύνσεις για τις βιοτεχνικές επιχειρήσεις της Αττικής, αποκαλύπτει η μελέτη του ΒΕΑ.
Η μελέτη που εκπονήθηκε από την εταιρεία Netrino Advisory για λογαριασμό του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθήνας (ΒΕΑ), καταγράφει ένα σύστημα δημοτικών τελών που λειτουργεί με διαφορετικούς κανόνες από δήμο σε δήμο, χωρίς οι διαφοροποιήσεις να συνοδεύονται πάντοτε από αντίστοιχη τεκμηρίωση του πραγματικού κόστους των παρεχόμενων υπηρεσιών.
Συντελεστές δημοτικών τελών καθαριότητας και φωτισμού σε 47 δήμους
Η έρευνα, που εξετάζει τους συντελεστές δημοτικών τελών καθαριότητας και φωτισμού του 2026 σε 47 δήμους της Αττικής και 62 διαφορετικές μονάδες τιμολόγησης, αποκαλύπτει ότι μια βιοτεχνία μπορεί να επιβαρύνεται με τέλη έως και έξι φορές υψηλότερα σε σχέση με μια αντίστοιχη επιχείρηση άλλου δήμου, μόνο και μόνο λόγω της περιοχής εγκατάστασής της.
Ενδεικτικά, στον Δήμο Ζωγράφου, ο συντελεστής για τις βιοτεχνίες φθάνει τα 11 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, όταν στον Ασπρόπυργο διαμορφώνεται σε μόλις 1,82 ευρώ. Αντίστοιχα, η επιβάρυνση μιας βιοτεχνίας σε σχέση με μια κατοικία κυμαίνεται, σύμφωνα με την ανάλυση, από 1,6 έως 7,3 φορές.
Η εικόνα αυτή, όπως επισημαίνει το επιμελητήριο, δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις στις μικρές και μεσαίες παραγωγικές επιχειρήσεις, οι οποίες καλούνται να ανταποκριθούν σε αυξημένες λειτουργικές δαπάνες, χωρίς το ύψος των δημοτικών τελών να συνδέεται απαραίτητα με την πραγματική παραγωγή απορριμμάτων, ή τη χρήση των ανταποδοτικών υπηρεσιών.
Με αφετηρία τα ευρήματα της μελέτης, το ΒΕΑ διαμόρφωσε και μία ολοκληρωμένη πρόταση πολιτικής, σε τέσσερις άξονες, ζητώντας την αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου, τη θέσπιση ορίων στις χρεώσεις και στις ετήσιες αυξήσεις, την ειδική αντιμετώπιση της παραγωγικής βιοτεχνίας και τη σταδιακή μετάβαση σε ένα σύστημα στο οποίο οι επιχειρήσεις θα πληρώνουν με βάση τα πραγματικά απόβλητα που παράγουν.
Ο πρόεδρος του ΒΕΑ Κωνσταντίνος Δαμίγος δήλωσε για ευρήματα της μελέτης: «Η μελέτη αναδεικνύει τις μεγάλες ανισότητες στα δημοτικά τέλη, που επιβαρύνουν δυσανάλογα τις βιοτεχνικές επιχειρήσεις και δημιουργούν άνισες συνθήκες ανταγωνισμού. Δεν είναι δυνατόν επιχειρήσεις με αντίστοιχη δραστηριότητα να καλούνται να καταβάλλουν τόσο διαφορετικά ποσά, χωρίς σαφή σύνδεση με το πραγματικό κόστος των παρεχόμενων υπηρεσιών.
Η βιοτεχνία δεν ζητά προνομιακή μεταχείριση, αλλά δίκαιους κανόνες και διαφάνεια. Το ΒΕΑ καταθέτει συγκεκριμένες προτάσεις για τη δημιουργία ειδικής κατηγορίας παραγωγικής βιοτεχνίας, τη θέσπιση ορίων στις χρεώσεις και στις αυξήσεις, καθώς και τη σταδιακή εφαρμογή του συστήματος "Πληρώνω Όσο Πετάω".
Καλούμε την πολιτεία και την τοπική αυτοδιοίκηση σε ουσιαστικό διάλογο, με στόχο ένα σύγχρονο και πραγματικά ανταποδοτικό σύστημα δημοτικών τελών, που θα διασφαλίζει τη βιωσιμότητα των δημοτικών υπηρεσιών, χωρίς να επιβαρύνει υπέρμετρα την παραγωγική οικονομία. Η στήριξη της βιοτεχνίας, σημαίνει στήριξη της απασχόλησης, της τοπικής οικονομίας και της ανάπτυξης».
Η «ακτινογραφία» των δημοτικών τελών στην Αττική
Η μελέτη, καταγράφει σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των δήμων, τόσο στους συντελεστές που εφαρμόζονται στις βιοτεχνικές επιχειρήσεις, όσο και στη σχέση των χρεώσεων με άλλες επαγγελματικές χρήσεις και κατοικίες.
Στους δήμους με τις υψηλότερες χρεώσεις, περιλαμβάνονται ο Ζωγράφου με 11 ευρώ ανά τ.μ., το Χαλάνδρι με 9,54 ευρώ, η Πεντέλη με 8,32 ευρώ, το Μαρούσι με 7,83 ευρώ και ο 'Αγιος Δημήτριος με 7,31 ευρώ.
Ακολουθούν η Εκάλη με 6,84 ευρώ, η Λυκόβρυση-Πεύκη με 6,67 ευρώ, η Κηφισιά με 6,65 ευρώ και η Αγία Παρασκευή με 6,13 ευρώ ανά τ.μ.
Στον αντίποδα, οι χαμηλότεροι συντελεστές εντοπίζονται στη Σαρωνίδα με 1,74 ευρώ ανά τ.μ., στον Ασπρόπυργο με 1,82 ευρώ, στην Ανάβυσσο με 1,84 ευρώ, στον Κουβαρά με 1,88 ευρώ και στον Ωρωπό με 2,58 ευρώ.
Σε επίπεδο Περιφερειακών Ενοτήτων, η Δυτική Αττική εμφανίζει τον χαμηλότερο μέσο συντελεστή για τις βιοτεχνίες, στα 3,36 ευρώ ανά τ.μ., ενώ ο Βόρειος Τομέας Αθηνών καταγράφει τον υψηλότερο, στα 6,35 ευρώ ανά τ.μ.
Οι αποκλίσεις αυτές, καταδεικνύουν ότι η γεωγραφική θέση μιας επιχείρησης αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για το ύψος των δημοτικών τελών, ακόμη και όταν πρόκειται για αντίστοιχες παραγωγικές δραστηριότητες.
Από 558 έως 36.000 ευρώ η ετήσια επιβάρυνση
Η οικονομική διάσταση των διαφοροποιήσεων, αποτυπώνεται στα ενδεικτικά παραδείγματα που περιλαμβάνει η έρευνα.
Για μια μικρή βιοτεχνία επιφάνειας 300 τ.μ., τα ετήσια δημοτικά τέλη κυμαίνονται από 558 ευρώ στον Ασπρόπυργο, έως 3.300 ευρώ στον Ζωγράφου, με μέσο όρο περίπου 1.480 ευρώ.
Για μια μεσαία βιοτεχνία 1.000 τ.μ., η επιβάρυνση ξεκινά από 1.860 ευρώ στον Ασπρόπυργο και φθάνει έως 12.000 ευρώ στο Χαλάνδρι, με μέσο όρο 5.310 ευρώ.
Ακόμη μεγαλύτερες είναι οι διαφορές για εγκαταστάσεις 3.000 τ.μ., όπου το ετήσιο κόστος κυμαίνεται από 5.376 ευρώ στον Σαρωνικό, έως 36.000 ευρώ στο Χαλάνδρι, με μέσο όρο περίπου 16.130 ευρώ.
Τα παραδείγματα αφορούν υπολογισμούς με βάση τους συντελεστές της μελέτης και δεν περιλαμβάνουν άλλους δημοτικούς φόρους, ΤΑΠ ή ειδικές απαλλαγές.
Εξίσου σημαντικό, είναι ότι οι συντελεστές για τις βιοτεχνίες εμφανίζονται κατά μέσο όρο 224% υψηλότεροι από εκείνους των κατοικιών.
Στον Βόρειο Τομέα Αθηνών η διαφορά φθάνει το 327%, στον Νότιο Τομέα το 253% και στον Κεντρικό Τομέα το 234%.
Η μελέτη επισημαίνει, ότι η διαφορετική μεταχείριση επαγγελματικών χρήσεων δεν συνοδεύεται πάντοτε από επαρκή τεκμηρίωση για την πραγματική επιβάρυνση των δημοτικών υπηρεσιών.
Οι προτάσεις του ΒΕΑ
Το ΒΕΑ προχώρησε και στην διαμόρφωση προτάσεων. Αναλυτικά προτείνει:
- Ειδική κατηγορία για τη βιοτεχνία και πλαφόν στις αυξήσεις
Βασική διεκδίκηση του ΒΕΑ, είναι η ριζική αναμόρφωση του τρόπου με τον οποίο κατηγοριοποιούνται και επιβαρύνονται οι επαγγελματικές δραστηριότητες.
Το Επιμελητήριο προτείνει την καθιέρωση εθνικής τυποποίησης των επαγγελματικών κατηγοριών, με σαφή και ενιαία κριτήρια, που θα καθορίζονται από το υπουργείο Εσωτερικών.
Η ταξινόμηση των επιχειρήσεων θα πρέπει να βασίζεται στους Κωδικούς Αριθμούς Δραστηριότητας (ΚΑΔ), στην πραγματική χρήση των εγκαταστάσεων, στη φύση της παραγωγικής διαδικασίας και στην ποσότητα των παραγόμενων αποβλήτων.
Στο πλαίσιο αυτό, προτείνεται η καθιέρωση αυτοτελούς κατηγορίας «παραγωγικής βιοτεχνίας», η οποία θα διαφοροποιείται από το εμπόριο, τις τράπεζες, τα σούπερ μάρκετ και άλλες επαγγελματικές δραστηριότητες.
Ιδιαίτερη έμφαση, δίνεται στην εφαρμογή φθίνοντος συντελεστή για μεγάλες επιφάνειες, καθώς και μειωμένης χρέωσης για αποθήκες και χώρους χαμηλής χρήσης, καθώς η επιφάνεια ενός ακινήτου δεν αποτελεί από μόνη της αξιόπιστο δείκτη του κόστους των δημοτικών υπηρεσιών.
Παράλληλα, το ΒΕΑ ζητά τη θέσπιση ανώτατων και κατώτατων ορίων στους συντελεστές δημοτικών τελών ανά επαγγελματική κατηγορία, ώστε οι δήμοι να διατηρούν ευελιξία, αλλά να αποτρέπονται ακραίες αποκλίσεις χωρίς αντικειμενική αιτιολόγηση.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η πρόταση για ανώτατο ετήσιο όριο αύξησης των δημοτικών τελών, με υποχρεωτική ειδική τεκμηρίωση για οποιαδήποτε υπέρβασή του και σταδιακή εφαρμογή μεγάλων αυξήσεων.
Το επιμελητήριο ζητά επίσης, υποχρεωτική κοστολογική τεκμηρίωση των χρεώσεων, δημοσιοποίηση των εσόδων και δαπανών των δήμων και ρητή απαγόρευση χρησιμοποίησης των ανταποδοτικών τελών για την κάλυψη άσχετων δημοτικών δαπανών.
Κεντρική επιδίωξη είναι, κάθε ευρώ που καταβάλλει μια επιχείρηση για δημοτικά τέλη, να συνδέεται με το πραγματικό κόστος των αντίστοιχων υπηρεσιών.
«Πληρώνω Όσο Πετάω» - Εκπτώσεις για τις επιχειρήσεις που ανακυκλώνουν
Ο δεύτερος άξονας της πρότασης πολιτικής, αφορά τη σταδιακή μετάβαση στο σύστημα «Πληρώνω Όσο Πετάω» (ΠΟΠ), το οποίο συνδέει το ύψος των χρεώσεων με την πραγματική ποσότητα απορριμμάτων.
Το νέο μοντέλο, προβλέπει ένα μεικτό σύστημα πάγιου και μεταβλητού τέλους, με τη μεταβλητή χρέωση να εξαρτάται από τον όγκο, το βάρος ή τη συχνότητα αποκομιδής των αποβλήτων.
Με τον τρόπο αυτό, μια επιχείρηση που παράγει λιγότερα σύμμεικτα απορρίμματα ή εφαρμόζει αποτελεσματικές πρακτικές ανακύκλωσης, θα μπορεί να έχει χαμηλότερη επιβάρυνση.
Το ΒΕΑ προτείνει τη δημιουργία μηχανισμού bonus-malus, με οικονομικά κίνητρα για τις επιχειρήσεις που μειώνουν αποδεδειγμένα τα απόβλητά τους, εφαρμόζουν χωριστή συλλογή, ή επαναχρησιμοποιούν υλικά.
Παράλληλα, ζητά την ενεργοποίηση των νομοθετικών προβλέψεων για την εφαρμογή του ΠΟΠ στους δήμους άνω των 100.000 κατοίκων, την έκδοση των αναγκαίων υπουργικών αποφάσεων και τη δημιουργία εθνικού οδηγού εφαρμογής.
Σημαντική είναι και η πρόταση για χρηματοδότηση πιλοτικών προγραμμάτων σε βιοτεχνικές περιοχές, μέσω του Πράσινου Ταμείου ή ευρωπαϊκών πόρων, ώστε να αξιολογηθούν στην πράξη τα οικονομικά και περιβαλλοντικά αποτελέσματα.
Σύμφωνα με τη μελέτη, εννέα ευρωπαϊκές χώρες εφαρμόζουν ήδη συστήματα που συνδέουν τις χρεώσεις με τα απορρίμματα, ενώ άλλες επτά βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια δοκιμαστικής εφαρμογής.
- Περισσότεροι κρατικοί πόροι να διατεθούν στους δήμους. Το ΒΕΑ αναγνωρίζει ότι η αναμόρφωση των δημοτικών τελών, προϋποθέτει και επαρκή χρηματοδότηση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Για τον λόγο αυτό, προτείνει την αύξηση των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων (ΚΑΠ), ώστε να καλύπτεται το πραγματικό κόστος των αρμοδιοτήτων των δήμων.
Η κατανομή των πόρων, προτείνεται να βασίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια, όπως ο πληθυσμός, οι γεωγραφικές ιδιαιτερότητες και οι πραγματικές ανάγκες, με μηχανισμό ετήσιας αναπροσαρμογής.
Παράλληλα, εισηγείται τη δημιουργία Ταμείου «Πράσινης Τοπικής Ανάπτυξης», το οποίο θα χρηματοδοτεί επενδύσεις στην ανακύκλωση, στην κομποστοποίηση, στη μείωση των αποβλήτων και στην εφαρμογή του ΠΟΠ.
Προτείνεται επίσης ειδική κρατική επιχορήγηση για το αρχικό κόστος μετάβασης, όπως η προμήθεια κάδων, συστημάτων ζύγισης, ψηφιακού εξοπλισμού και η εκπαίδευση του προσωπικού.
Μία ακόμη πρόταση, αφορά την εξέταση της δυνατότητας αναλογικής απόδοσης στους δήμους, μέρους των εσόδων από ΦΠΑ ή άλλους φόρους που συνδέονται με την τοπική οικονομική δραστηριότητα.
Στόχος είναι οι δήμοι να διαθέτουν επαρκείς πόρους, χωρίς να μετακυλούν δυσανάλογα βάρη στις τοπικές επιχειρήσεις.
- Ψηφιακή πλατφόρμα, ενστάσεις και ανεξάρτητοι έλεγχοι απαρτίζουν τον τέταρτο άξονα που αφορά στην ενίσχυση της διαφάνειας, της λογοδοσίας και της συμμετοχής των επιχειρήσεων στις αποφάσεις για τα δημοτικά τέλη.
Το ΒΕΑ προτείνει τη δημιουργία ενιαίας ψηφιακής πλατφόρμας καταγραφής και σύγκρισης των δημοτικών τελών, στην οποία θα δημοσιοποιούνται οι αποφάσεις των δημοτικών συμβουλίων, οι συντελεστές ανά δήμο και επαγγελματική κατηγορία και οι αυξήσεις που αποφασίζονται.
Η πλατφόρμα, θα παρέχει στις επιχειρήσεις δυνατότητα υποβολής λογαριασμών και αποδεικτικών στοιχείων, ενώ θα επιτρέπει την καταγραφή αδικαιολόγητων επιβαρύνσεων και την παραγωγή συγκριτικών εκθέσεων.
Παράλληλα, προτείνεται η σύσταση μόνιμης Επιτροπής Δήμων-Επιμελητηρίων, υπό την αιγίδα της ΚΕΔΕ και της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδος, με αντικείμενο τον διάλογο πριν από μεγάλες αυξήσεις, την εξέταση περιπτώσεων υπερβολικών χρεώσεων και την έκδοση κοινών κατευθυντήριων γραμμών.
Στο ίδιο πλαίσιο, το ΒΕΑ ζητά την αναλυτική αναγραφή των δημοτικών τελών στους λογαριασμούς, με σαφή εμφάνιση των τετραγωνικών μέτρων, του συντελεστή και της κατηγορίας χρήσης.
Προτείνεται επίσης, ενιαία ηλεκτρονική διαδικασία ένστασης, δυνατότητα διόρθωσης λανθασμένης κατηγοριοποίησης και επιστροφή ποσών που έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη διενέργεια ανεξάρτητων ελέγχων για την ανταποδοτικότητα των τελών, τη χρήση των εισπραττόμενων ποσών και τη νομιμότητα και αναλογικότητα των αυξήσεων, με δημοσιοποίηση των σχετικών πορισμάτων.
Τα επόμενα βήματα του ΒΕΑ
Με στόχο, τα ευρήματα της μελέτης να αποτελέσουν αφετηρία ουσιαστικών αλλαγών στον τρόπο υπολογισμού των δημοτικών τελών, το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας προτείνει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για την προώθηση ενός δικαιότερου και πιο διαφανούς συστήματος χρεώσεων.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η διαμόρφωση ολοκληρωμένου υπομνήματος προς το υπουργείο Εσωτερικών, την Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ) και τους αρμόδιους φορείς, στο οποίο θα αποτυπώνονται οι προτεινόμενες θεσμικές αλλαγές, τεκμηριωμένες με τα συγκριτικά στοιχεία της έρευνας και τις επιπτώσεις των σημερινών χρεώσεων στις βιοτεχνικές επιχειρήσεις.
Παράλληλα, προβλέπεται η ανάδειξη των ευρημάτων μέσα από ανοικτές συζητήσεις, ημερίδες και συναντήσεις εργασίας με εκπροσώπους της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, των επιμελητηρίων και των επαγγελματικών φορέων. Επιδίωξη είναι, η διαμόρφωση κοινών θέσεων και η αναζήτηση συναινετικών λύσεων, που θα διασφαλίζουν τόσο τη βιωσιμότητα των δημοτικών υπηρεσιών, όσο και τη δίκαιη αντιμετώπιση της παραγωγικής δραστηριότητας.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην πιλοτική εφαρμογή του συστήματος «Πληρώνω Όσο Πετάω» σε συνεργασία με έναν ή περισσότερους δήμους της Αττικής, προκειμένου να αξιολογηθεί στην πράξη η δυνατότητα σύνδεσης των δημοτικών τελών με την πραγματική ποσότητα απορριμμάτων που παράγουν οι επιχειρήσεις. Η συγκέντρωση μετρήσιμων δεδομένων, θα επιτρέψει την αποτίμηση του οικονομικού και περιβαλλοντικού οφέλους και θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για ευρύτερη εφαρμογή του νέου μοντέλου.
Όπως υπογραμμίζεται, για το ΒΕΑ, η αναμόρφωση των δημοτικών τελών, δεν αποτελεί απλώς ζήτημα περιορισμού του λειτουργικού κόστους των επιχειρήσεων, αλλά ουσιαστική προϋπόθεση για τη δημιουργία ενός δικαιότερου και πιο ανταγωνιστικού παραγωγικού περιβάλλοντος. Οι μικρές και μεσαίες βιοτεχνίες, χρειάζονται σταθερούς, διαφανείς και αντικειμενικούς κανόνες, που θα λαμβάνουν υπόψη τις πραγματικές συνθήκες λειτουργίας τους και δεν θα δημιουργούν δυσανάλογες επιβαρύνσεις ανάλογα με τον δήμο εγκατάστασής τους.
«Η επιδίωξη είναι σαφής, τα δημοτικά τέλη που θα ανταποκρίνονται στο πραγματικό κόστος των παρεχόμενων υπηρεσιών, θα ενθαρρύνουν την ανακύκλωση και τη μείωση των αποβλήτων και θα διασφαλίζουν τη δίκαιη κατανομή των βαρών» καταλήγει το επιμελητήριο.
ΑΠΕ-ΜΠΕ