Πεθαίνοντας μέσα σε μια κίτρινη Πόρσε - iefimerida.gr
ΚΟΣΜΟΣ 

Πεθαίνοντας μέσα σε μια κίτρινη Πόρσε

Μια κίτρινη Πόρσε γίνεται κομμάτια στους δρόμους της Τεχεράνης.

Μες στα συντρίμμια ένα εικοσάχρονο κορίτσι ονόματι Παριβάς. Θάνατος ακαριαίος. Γρήγορος, όπως και η ζωή της. Μια ζωή μες στη χλιδή, μέσα σε σπίτια τριών χιλιάδων τετραγωνικών, όπου οι κάτοικοί τους ξεχνούν ότι ζουν σε μια από τις φτωχότερες πόλεις του κόσμου. Όχι πολύ μακριά από αυτά τα παλάτια όπου μεγαλώνουν παιδιά σαν την Παριβάς, γειτονιές μέσα σε σύννεφα σκόνης αναδύουν ζωές πιασμένες στο αγκίστρι του μίσους. Πώς γίνεται κάποιος που ζει μέσα σε ένα χωμάτινο σπίτι, γεννημένος μέσα στην αδικία, τις στερήσεις, την μισαλλοδοξία, τον θρησκευτικό φανατισμό και την πείνα, πώς γίνεται ένας τέτοιος άνθρωπος να μην μισεί την Παριβάς και δεκάδες άλλα ευνοούμενα παιδιά σαν την Παριβάς; Δεν γίνεται. Ήταν επόμενο λοιπόν. Μέσα σε τρεις μέρες από τον θάνατό της με την κίτρινη Πόρσε, χιλιάδες μηνύματα πλαισίωσαν τις παλιές φωτογραφίες της στο Instagram. Μηνύματα αποστροφής προς το πρόσωπό της, προς τον τρόπο ζωής της, μηνύματα μένους και οργής. Η σύληση νεκρού σε έναν τόπο σαν την Τεχεράνη δεν έχει και πολύ μεγάλη σημασία. Η οργή έχει πάντα το πάνω χέρι. Πριν από είκοσι πέντε χρόνια, πλήθη χιλιάδων ανθρώπων βούλιαζαν πλατείες, φωνάζοντας συνθήματα για τους "Σατανικούς Στίχους" του Σαλμάν Ρούσντι, συνθήματα ακραίου φανατισμού όπως, "Σκοτώστε το σκύλο", "Ψόφα μπάσταρδε Ρούσντι" και "Προτιμάμε να πεθάνουμε παρά να τον βλέπουμε να ζει". Αν ένιωσαν τέτοια οργή για ένα βλάσφημο μυθιστόρημα, πώς θα μπορούσαν να χαριστούν στην Παριβάς και στον βλάσφημο "δυτικού στυλ" τρόπο ζωής της; Πώς θα μπορούσαν να συγχωρέσουν τα ταξίδια μιας κίτρινης Πόρσε , ακόμη κι αν το τελευταίο της ταξίδι στάθηκε άδοξο;

Σε ένα επεισόδιο του πρώτου κύκλου της τηλεοπτικής σειράς "Tyrant" υπάρχει μια σκηνή όπου οι νεαροί φίλοι του δυνάστη μιας χώρας που μοιάζει πολύ με το Ιράν διασκεδάζουν σε ένα vip club με πανάκριβες σαμπάνιες, νεαρές καλλονές, γραμμές κοκαΐνης σε κοινή θέα πάνω στα τραπέζια, μπράβους γύρω-γύρω, ατμόσφαιρα που ίσως θυμίζει Λος Άντζελες και βιβλία του Μπρετ Ίστον Ίλις, μια παρακμή θεμελιωμένη στο προνόμια της εξουσίας και του πλούτου. Έξω από το κλαμπ, η μυθοπλαστική αλλά τόσο αληθοφανής ανατολίτικη πόλη μοιάζει τσακισμένη από το χάος της μάζας, τα χιλιάδες ανθρώπινα κουρέλια που ζουν φιμωμένα από τον τρόμο του καθεστώτος, ολόκληρες συνοικίες που έχουν χωρέσει σε εκτάσεις όχι μεγαλύτερες από τους κήπους των ευνοημένων. Σε τέτοιους κήπους μεγάλωσαν η Παριβάς και οι φίλοι της. Στους δρόμους οι γυναίκες της ηλικίας της πρέπει να φοράνε μαντίλες στα πρόσωπά τους, πρέπει να προσέχουν πού μιλούν, πρέπει να είναι συνετές και ενάρετες γιατί κινδυνεύουν από λίθους σε χέρια ανδρών. Η Παριβάς δεν είχε ποτέ της τέτοιες ανησυχίες. Ανέβαζε σέξι φωτογραφίες στο Τουίτερ, έκανε μπάνιο στην πισίνα της, έκανε παρέα με γόνους οικογενειών που ελέγχουν τον στρατό, την αστυνομία, την διοίκηση της ίδιας της πόλης. Στην Τεχεράνη, λοιπόν, το να μισήσεις είναι το πιο εύκολο πράγμα, το πιο φυσιολογικό. "Ο φθόνος¨, έγραψε κάποτε η Χάνα Άρεντ, "είναι το πιο ανθρώπινο συναίσθημα, το πιο δικαιολογημένο". Και είχε συμπληρώσει το καίριο σημείο: "Στις πολιτείες των έντονων αντιθέσεων".

Αρκετά με την Παριβάς, rest in peace. Αναρωτιέμαι, από την στιγμή που διάβασα την είδηση με την ιστορία της κίτρινης Πόρσε, πόσο παραδομένη είναι η εποχή μας στον φθόνο. Όχι στο μίσος. Είναι άλλο το μίσος. Μισείς κάποιον επειδή σου έκανε κάτι προσωπικά, μισείς τον δυνάστη σου, τον άνθρωπο που σε πρόδωσε, τον βιαστή σου, τον διευθυντή σου. Στην εποχή μας όμως το μίσος είναι ξεπερασμένο. Όλα τα έχει ξεπεράσει ο φθόνος. Και σκέφτομαι την φράση της Άρεντ, ότι "ο φθόνος είναι το πιο ανθρώπινο συναίσθημα, το πιο δικαιολογημένο", με την συγκλονιστική της προϋπόθεση, "ο φθόνος στις πολιτείες των έντονων αντιθέσεων". Όπως η Τεχεράνη, ας πούμε. Όπως η Βυρηττός. Το Χαρτούμ. Τα νότια της Λιβύης, ένα θέρετρο στην καρδιά μιας λαίλαπας. Αναρωτιόμουν λοιπόν: στις πολιτείες των μη έντονων αντιθέσεων, εκεί δηλαδή που οι ζωές των ανθρώπων δεν είναι μέρα και νύχτα, σε τόπους μακριά από την Τεχεράνη, γιατί ο φθόνος ανθίζει με την ίδια ευκολία, γιατί αποτελεί το βαρόμετρο της καθημερινότητας των ανθρώπων; Μπορώ να φανταστώ πως οι περισσότεροι από εμάς είμαστε ζηλόφθονες. Αλλά, γιατί κάτι που στην Τεχεράνη απαίτησε τα συντρίμμια μιας κίτρινης Πόρσε, εδώ, στην δική μας χώρα, το βλέπω όλο και πιο έντονα, με την παραμικρή αφορμή, χωρίς ουσιαστικό λόγο και βαθιά αιτία, να κατακλύζει κάθε είδος δημοσίου διαλόγου στην πολιτική, στην κοινωνία, στα social media, στον αθλητισμό; Η Ελλάδα, όσο βυθισμένη κι αν είναι στον κουβά, δεν συμπεριλαμβάνεται στις πολιτείες των έντονων αντιθέσεων. Πώς δικαιολογείται τόσος φθόνος απέναντι στον διπλανό σου, στον πρώην σου, στον αντίπαλό σου, στον φίλο σου; Θα μου πεις, αναρίθμητες Πόρσε ξεπρόβαλλαν τα προηγούμενα χρόνια σε ασήμαντους καρόδρομους. Ναι, σεβαστό. Μα μήπως χάθηκε και το μέτρο της αποδοχής μας, κατά τον ίδιο τρόπο που κάποτε χάθηκε το μέτρο του εύκολου πλουτισμού των άλλων; Μου φαίνεται πως εκεί έχει πάει το πράμα. Ένα μεγάλο μέρος αυτής της κοινωνίας αποφασίζει και κρίνει μόνο ρεβανσιστικά. Το σπρώχνει η χολή του. Κουράστηκε. Μπούχτισε. Απογοητεύτηκε. Και φθονεί. Άλλοτε δίκαια, άλλοτε άδικα, αλλά πάντα με μιαν αλλόκοσμη υπερβολή. Δεν περιμένει καν να αντικρίσει τα συντρίμμια μιας Πόρσε. Να δει κάποιον να προκόβει, είναι αρκετό.

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο 
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ